29 ΜΑΪΟΥ 1453

 

 

         

Η Δέσποινα ταράχτηκε και δάκρυσαν οι εικόνες.
Σώπασε κυρά Δέσποινα, και μη πολυδακρύζεις,
πάλι με χρόνους, με καιρούς, πάλι δικά μας είναι.

 

 

ΑΝΟΙΞΗ 1453

«ΑΠΟΔΕΙΞΕΙΣ ΙΣΤΟΡΙΩΝ», του Λαόνικου Χαλκοκονδύλη


«Στην αρχή της επόμενης άνοιξης, όταν ο καιρός καλυτέρεψε, ο Μωάμεθ, ο γιος του Μουράτ, ξεκίνησε εκστρατεία εναντίον της Κωνσταντινούπολης, σύμφωνα με την προηγούμενη πρόθεσή του, αφού είχε περατωθεί η τείχιση της Λαιμοκοπίης στην Προποντίδα. Κατά τη διάρκεια του χειμώνα είχε στείλει εντολές σε όλες τις παραλιακές περιοχές της Ασίας και της Ευρώπης να ναυπηγηθούν πλοία, πολεμικά και συνοδείας.

Έφτιαξε ακόμη τα μεγαλύτερα, απ' όσο ξέρουμε, κανόνια που είχαν κατασκευαστεί μέχρι τότε. Όταν του φάνηκε πλέον κατάλληλος ο καιρός για να ξεκινήσει την εκστρατεία, έστειλε πρώτα τον στρατηγό της Ευρώπης, τον Καρατζά, να οδηγήσει από τις ευρωπαϊκές επαρχίες στην Κωνσταντινούπολη τα στρατεύματα, τα κανόνια, τις πολιορκητικές μηχανές και βέβαια το μεγάλο κανόνι. Αυτό το κανόνι το έσερναν εβδομήντα ζεύγη βοδιών και 2.000 άνδρες.


Έφθασε λοιπόν αυτός, αφού προηγουμένως πολιόρκησε και κατέλαβε τα βυζαντινά φρούρια κοντά στην Κωνσταντινούπολη, στα οποία είχαν καταφύγει οι χωρικοί. Άλλα ανάγκασε σε παράδοση, λόγω πείνας, και άλλα κατέλαβε με έφοδο, σφάζοντας τους αιχμαλώτους και επανερχόμενος λεηλάτησε τα περίχωρα της Κωνσταντινούπολης. Λίγο αργότερα προήλασε και ο ίδιος ο σουλτάνος και παρέταξε το στρατό του από τη μία θάλασσα μέχρι την άλλη.


Δεξιά από τον σουλτάνο και μέχρι τη Χρυσή Πύλη, στρατοπέδευσαν όλα τα στρατεύματα από την Ασία. Στην αριστερή πλευρά, προς την πύλη που αποκαλούσαν Ξύλινη, στρατοπέδευσαν οι μονάδες από την Ευρώπη. Στη μέση στρατοπέδευσε ο ίδιος ο σουλτάνος με τους γενίτσαρους και τις μονάδες της Πύλης, που συνηθίζεται να στήνουν τις σκηνές τους κοντά στη δική του. Ο Ζαγγανός, συγγενής του σουλτάνου, στρατοπέδευσε στην απέναντι πλευρά, πάνω από την πόλη του Γαλατά.
Λέγεται ότι όλος ο στρατός ήταν περίπου 400.000, ενώ τα υποζύγια διπλάσια, γεγονός που όντως συνέβαινε στο στρατόπεδο του σουλτάνου. Οι Τούρκοι θεωρούν σωστό να έχουν στα στρατόπεδά τους υποζύγια πολύ περισσότερα από ανθρώπους, ώστε να μεταφέρουν επαρκή εφόδια, όχι μόνο για τα ίδια, αλλά και για τα άλογα και τους άνδρες.
Λίγο μετά την άφιξη του σουλτάνου έφθασε και ο στόλος του. Ως τριάντα μεγάλα πολεμικά πλοία και περίπου διακόσια μικρότερα, συνοδείας».


ΔΕΥΤΕΡΑ 28 ΜΑΪΟΥ 1453

«ΧΡΟΝΙΚΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ», του Νικολό Μπάρμπαρο



«Στις 28 Μαΐου, ο Τούρκος αμηράς έβγαλε διαταγή με σάλπισμα σ' όλο το στρατόπεδό του, ότι όλοι οι πασάδες και όλοι οι άλλοι αξιωματούχοι των στρατευμάτων του έπρεπε να κατέβουν και να μείνουν όλη μέρα στις θέσεις τους, επειδή την επαύριο ο Τούρκος αυθέντης ήθελε να εξαπολύσει γενική επίθεση σ' αυτήν την αξιοθρήνητη πόλη, αλλιώς θα τιμωρούνταν με την ποινή του αποκεφαλισμού. Μόλις δόθηκε η διαταγή σ' όλο το στρατόπεδο, έτρεξαν όλοι και με μεγάλη μάλιστα σπουδή να καταλάβουν τις θέσεις τους.


Αλλά, όλη την ημέρα, από την ώρα που ξημέρωσε μέχρι που έπεσε η νύχτα, οι Τούρκοι άλλο δεν έκαναν παρά να φέρνουν πανύψηλες κλίμακες κοντά στα τείχη για να αναρριχηθούν σ' αυτές την επομένη, που θα ήταν η κρίσιμη μέρα της μάχης. Αυτές οι σκάλες ήταν περίπου δύο χιλιάδες. Έπειτα έφεραν μεγάλες ποσότητες πλεγμάτων από φρύγανα και λυγαριές για να καλύψουν αυτούς που θα σκαρφάλωναν με τις σκάλες απάνω στα τείχη. Όταν το έκαναν κι αυτό οι Τούρκοι, άρχισαν να ηχούν σάλπιγγες σ' όλο το στρατόπεδο και ταμπούρλα και τύμπανα για να εμψυχώσουν τους στρατιώτες τους, κραυγάζοντας:


«Γιοι του Μωάμεθ, ας ξεχειλίσει η καρδιά σας από χαρά γιατί αύριο θα έχουμε στα χέρια μας τόσους χριστιανούς, τους οποίους θα τους πουλήσουμε για δούλους ένα δουκάτο τους δύο και θα αποκτήσουμε τόσα πλούτη που όλοι θα γεμίσουμε χρυσάφι. Από τα γένια των Γραικών θα κάνουμε λουριά για να δένουμε τα σκυλιά μας και οι γυναίκες τους και οι θυγατέρες τους θα γίνουν σκλάβες μας. Ναι, γιοι του Μωάμεθ, ας ξεχειλίσει από χαρά η καρδιά σας κι ετοιμαστείτε με χαρά να πεθάνετε για την αγάπη του Μωάμεθ μας».


Μ' αυτόν τον τρόπο οι ειδωλολάτρες εμψύχωναν τα στρατεύματά τους. Όταν έγινε κι αυτό, έβαλαν φωνή σ' όλο το στρατόπεδο ότι κάθε Τούρκος επί ποινή αποκεφαλισμού έπρεπε να σταθεί στη θέση του και να υπάγει πράξει ότι θα τον διέτασσαν οι αρχηγοί του. Το βράδυ, όλοι οι Τούρκοι σε στρατιωτική παράταξη κατέβηκαν στις θέσεις τους με όλα τους τα όπλα και πολύ μεγάλα φορτία από σαϊτες. Όταν νύχτωσε, όλοι έστεκαν στις θέσεις τους χαρούμενοι με την απόφαση να δώσουν τη μάχη και όλοι παρακαλούσαν το Μωάμεθ τους να τους δώσει νίκη και βοήθεια. Αυτή όμως την ημέρα οι Τούρκοι τόσο πολύ βομβάρδισαν τα αξιολύπητα τείχη, που ήταν κάτι από άλλο κόσμο, κι αυτό το έκαναν επειδή ήταν η ημέρα που έβαζαν τέλος στους κανονιοβολισμούς».


ΔΕΥΤΕΡΑ (βράδυ) 28 ΜΑΪΟΥ 1453

«ΧΡΟΝΙΚΟ», του Γεωργίου Φραντζή


Επίσης, ο αυτοκράτορας συγκέντρωσε εκείνο το φοβερό βράδυ της Δευτέρας όλους τους άρχοντες, τους δημάρχους, τους εκατόνταρχους και τους άλλους βαθμοφόρους του στρατού, στους οποίους είπε τα παρακάτω λόγια:
«Ευγενέστατοι άρχοντες, εκλαμπρότατοι δήμαρχοι και στρατηγοί, γενναιότατοι στρατιώτες, τιμημένοι και πιστοί πολίτες, ξέρετε όλοι πολύ καλά ότι έφτασε η ώρα που ο εχθρός της πίστης μας αποφάσισε να μας πιέσει ακόμα περισσότερο με όλα τα πολεμικά μέσα και τεχνάσματα που διαθέτει.

Θέλει να αρχίσει γενική επίθεση και πόλεμο από την ξηρά κι από τη θάλασσα, έτοιμος να μας δαγκώσει σαν φαρμακερό φίδι και να μας καταβροχθίσει σαν ανήμερο λιοντάρι. Γι' αυτό το λόγο σας παρακαλώ να φερθείτε με γενναιότητα και θάρρος, όπως κάνατε μέχρι τώρα, απέναντι στους εχθρούς της πίστης μας. Αφήνω στα χέρια σας την τύχη της δοξασμένης και λαμπρής πατρίδας μας, της μεγαλοπρεπέστατης και ευγενούς βασιλεύουσας όλων των πόλεων.


Ξέρετε πολύ καλά, αδέρφια μου, ότι για τέσσερις λόγους είμαστε υποχρεωμένοι να προτιμήσουμε το θάνατο παρά τη ζωή. Πρώτον, για την πίστη και τη θρησκεία μας, δεύτερον, για την πατρίδα, τρίτον, για το βασιλιά, τον αντιπρόσωπο του Κυρίου μας, και τέταρτον, για τους συγγενείς και τους φίλους μας. Αν λοιπόν, αδέρφια μου, πρέπει να αγωνιζόμαστε μέχρι θανάτου για έναν από τους παραπάνω λόγους, τότε έχουμε υποχρέωση να πολεμάμε ακόμα σκληρότερα αν πρόκειται και για τα τέσσερα μαζί, διαφορετικά θα χάσουμε τα πάντα.


Αν ο Θεός, εξαιτίας των αμαρτιών μας, δώσει τη νίκη στους απίστους, διατρέχουμε τον κίνδυνο να χάσουμε την άγια πίστη που μας έδωσε ο Χριστός με το αίμα του και είναι το σημαντικότερο πράγμα απ₼ όλα. Τι όφελος μπορεί να έχει κανείς αν κερδίσει ολόκληρο τον κόσμο αλλά χάσει την ψυχή του; Δεύτερον, θα χάσουμε την ένδοξη πατρίδα και την ελευθερία μας. Τρίτον, το άλλοτε ένδοξο κράτος μας, που τώρα πια είναι εξασθενημένο και ταπεινωμένο, θα πέσει στα χέρια του άπιστου τυράννου. Τέλος, θα χάσουμε τα αγαπημένα μας παιδιά, τις γυναίκες και τους υπόλοιπους συγγενείς μας.
Ο βάρβαρος σουλτάνος μας έχει αποκλείσει 57 μέρες τώρα με όλες τις δυνάμεις του και μας πολιορκεί μέρα νύχτα με κάθε μέσο που διαθέτει, αλλά καταφέραμε να τον αποκρούσουμε με τη βοήθεια του Κυρίου μας Χριστού που βλέπει τα πάντα. Μη δειλιάσετε λοιπόν τώρα, αδέρφια μου. Είδατε ότι, ακόμα και στα μέρη όπου έπεσε το τείχος από τα τηλεβόλα και τις πολιορκητικές μηχανές, καταφέραμε να το επισκευάσουμε με τον καλύτερο τρόπο. Έχουμε στηρίξει όλες τις ελπίδες μας στην ακαταμάχητη δόξα του Θεού.


Οι εχθροί μας διαθέτουν όπλα, ιππικό, δύναμη και πλήθος, αλλά εμείς έχουμε εμπιστοσύνη στο όνομα του Κυρίου και Σωτήρα μας, στα χέρια μας και στη γενναιότητα που μας χάρισε ο Θεός. Ξέρω ότι η τεράστια αγέλη των απίστων θα επιτεθεί εναντίον μας, όπως συνηθίζει, με βάναυση ορμή, αλαζονεία και θράσος επειδή είμαστε λίγοι, ώστε να μας τρομάξουν, να μας κουράσουν και να μας κάνουν να χάσουμε το ηθικό μας με τις φωνές και τους αλαλαγμούς τους. Εσείς όμως γνωρίζετε καλά πόσο ανόητα είναι αυτά και δε χρειάζεται να σας τα θυμίσω. Σε λίγο θα επιτεθούν και θα ρίξουν εναντίον μας πέτρες και βέλη αμέτρητα σαν την άμμο της θάλασσας, αλλά ελπίζω ότι δεν θα πετύχουν τίποτα.

 Σας βλέπω και χαίρομαι επειδή, αν και λίγοι, όλοι σας είστε έμπειροι, γενναίοι, αποφασιστικοί, δυνατοί και καλά προετοιμασμένοι. Να καλύψετε καλά το κεφάλι σας με τις ασπίδες τη στιγμή της συμπλοκής και να χρησιμοποιείτε με επιτυχία το δεξί σας χέρι με το σπαθί. Οι περικεφαλαίες, οι θώρακες, οι πανοπλίες και ο υπόλοιπος οπλισμός σας είναι σε θέση να σας βοηθήσουν αποτελεσματικά σ' όλη τη διάρκεια της μάχης, επειδή οι εχθροί δεν διαθέτουν ανάλογο εξοπλισμό.
Ήρθε λοιπόν αδέρφια μου ο σουλτάνος, μας πολιόρκησε και έχει ορθάνοιχτο το τεράστιο στόμα του για να καταβροχθίσει τόσο εμάς όσο και την πόλη που έχτισε ο αείμνηστος μεγάλος αυτοκράτορας, ο Κωνσταντίνος, ο οποίος την αφιέρωσε στην Παναγία Δέσποινα Θεοτόκο και αειπάρθενο Μαρία, εκφράζοντας την ευχή να την έχουμε πάντα βοηθό και προστάτη της πατρίδας μας, που αποτελεί καταφύγιο των χριστιανών, ελπίδα και χαρά των Ελλήνων, και καύχημα όλου του κόσμου?


Αυτή λοιπόν την πόλη, τη βασίλισσα όλων των άλλων πόλεων, θέλει να υποδουλώσει και να την έχει υπό την εξουσία του. Θέλει να πάρει τις άγιες εκκλησίες μας, όπου προσκυνάμε την Αγία Τριάδα και δοξολογούμε το Άγιο Πνεύμα του Θεού, και όπου οι άγγελοι υμνούν το Θεό και την ενανθρώπισή Του, για να τις κάνει τόπο λατρείας της ψεύτικης θρησκείας του ανόητου ψευτοπροφήτη Μωάμεθ, και στάβλο για άλογα και καμήλες. Αδέρφια και συμπολεμιστές μου, θέλω να τα σκεφτείτε αυτά καλά, για να μείνει το όνομα, η δόξα και η ελευθερία σας στην αιωνιότητα».




ΔΕΥΤΕΡΑ 28 ΠΡΟΣ ΤΡΙΤΗ 29 ΜΑΪΟΥ 1453

«ΞΥΓΓΡΑΦΗ ΙΣΤΟΡΙΩΝ», του Μιχαήλ Κριτόβουλου

«Στη συνέχεια ο σουλτάνος με δυνατή φωνή κάλεσε κοντά του τους υπασπιστές του και τους οπλίτες του και όλο το υπόλοιπο υπ' αυτόν στρατιωτικό σώμα και είπε: «Ορμάτε, φίλοι μου και παιδιά μου, τώρα είναι που πρέπει να φανείτε παλικάρια». Κι αυτοί, με κραυγές και αλαλαγμούς που προκαλούσαν φρίκη, πέρασαν την τάφρο και έφτασαν στο εξωτερικό τείχος. Αυτό το τείχος είχε σχεδόν εξ ολοκλήρου γκρεμιστεί και, αντί γι' αυτό, υπήρχε μόνο ένας ξύλινος φράκτης από μεγάλα δοκάρια και δεμάτια από κληματσίδες, μαζί με κάτι ξύλα και πιθάρια από χώμα.


Στο σημείο αυτό έγινε μάχη δυνατή, έτσι που πιάστηκαν στα χέρια και χρησιμοποίησαν αγχέμαχα όπλα. Οι υπασπιστές και η φρουρά του σουλτάνου αγωνίζονταν να απωθήσουν τους υπερασπιστές του τείχους και να υπερκεράσουν το φράκτη, ενώ οι Έλληνες και οι Ιταλοί πάλευαν να τους αποκρούσουν και να περισώσουν αυτό το φράκτη. Κι άλλοτε οι επιτιθέμενοι κατάφερναν, πολεμώντας με πάθος και ορμή αλόγιστη, ν' ανεβαίνουν στο τείχος και να περνούν το φράκτη, άλλοτε πάλι αποκρούονταν και απομακρύνονταν. Στο μεταξύ, βέβαια, κι ο ίδιος ο σουλτάνος, προσπαθώντας να τους ενθαρρύνει, ακολουθούσε από κοντά και πολεμούσε κι ο ίδιος με γενναιότητα.
Τότε έδωσε και στους κανονιέρηδές του το σύνθημα να πυροδοτήσουν τα κανόνια. Κι αυτά, καθώς πήραν φωτιά, εξαπέλυσαν τα λιθάρια τους ενάντια στους υπερασπιστές του τείχους και σκότωσαν αρκετούς άντρες που βρέθηκαν εκεί, κι από τις δύο παρατάξεις.


Έτσι λοιπόν, και ενώ και οι δύο πλευρές πολεμούσαν παλικαρίσια και με πάθος, πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της νύχτας. Τελικά υπερίσχυσαν οι Έλληνες και ενίσχυσαν σημαντικά τη θέση τους, όπως βέβαια και ο Ιουστινιάνης και οι δικοί του, ώστε διατήρησαν και εξασφάλισαν την κατοχή του φράκτη, αποκρούοντας με γενναιότητα τους επιτιθέμενους. Έτσι εξελίχθηκαν εδώ τα πράγματα.
Στο μεταξύ, οι υπόλοιποι στρατηγοί και διοικητές με τα στρατιωτικά τους σώματα, όπως βέβαια και ο αρχηγός του στόλου, επιτέθηκαν και αυτοί στο τείχος κι από τη στεριά και από τη θάλασσα και πολεμούσαν με δύναμη, άλλοι ρίχνοντας βέλη με τους τοξότες τους και λιθάρια με τα κανόνια τους, κι άλλοι κουβαλώντας σκάλες στο τείχος και γέφυρες και ξύλινους πυργίσκους και ποικίλες άλλες πολιορκητικές μηχανές. Κάποιοι μάλιστα από αυτούς, επιχείρησαν με ορμή να ανέβουν στο τείχος, ιδιαίτερα από την πλευρά που είχε παραταχθεί ο Ζάγανος και ο Καρατζίας.


Ο ένας από αυτούς, ο Ζάγανος, αφού πέρασε χωρίς ζημιά τη γέφυρα και κουβάλησε σκάλες και άλλα αναρριχητικά μέσα, προσπάθησε να σπρώξει τους στρατιώτες του ν' ανέβουν στο τείχος με το ζόρι, ενώ ταυτόχρονα, έχοντας τους τοξότες και τους τυφεκιοφόρους που βρίσκονταν στα εντός του λιμανιού περιπλέοντα πολεμικά πλοία, χτύπησε από τα καταστρώματά τους τους υπερασπιστές των επάλξεων του τείχους από το δεξιό τους πλευρό.
Ο Καρατζίας, από την άλλη, περνώντας την τάφρο και πολεμώντας με γενναιότητα, προσπάθησε να πηδήσει στην εσωτερική πλευρά του γκρεμισμένου τείχους.


Όμως οι Έλληνες αντιστάθηκαν με επιτυχία και έδιωξαν και αυτούς τους επιτιθέμενους και γενικά πολέμησαν γενναία και αναδείχτηκαν άριστοι και υπέρτεροι μαχητές. Τίποτε δεν στάθηκε ικανό να τους αποσπάσει από το καθήκον τους, ούτε η πείνα ούτε η αγρύπνια ούτε ο ασταμάτητος πόλεμος ούτε οι τραυματισμοί ή οι σφαγές και οι θάνατοι των δικών τους, που έβλεπαν μπροστά τους, κανένα απ' όλα αυτά τα φοβερά κακά, ώστε να υποχωρήσουν κάπως και να μεταβάλουν την αρχική τους αποφασιστικότητα και ορμητικότητα. Αντίθετα διατήρησαν μέσα τους, σ' όλες τις περιστάσεις, την αρχική τους ορμητικότητα έως ότου τους πρόδωσε η πανούργα, η άδικη τύχη».


ΤΡΙΤΗ (ξημέρωμα) 29 ΜΑΪΟΥ 1453

«ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΤΟΥΡΚΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ», του Μιχαήλ Δούκα


«Απ' την άλλη μεριά οι Τούρκοι, λίγο-λίγο και καλυπτόμενοι από ασπίδες, πλησίασαν τα τείχη και τοποθέτησαν σκάλες. Ωστόσο, καθώς τους εμπόδιζαν οι λιθοβολητές απ' τα τείχη, τίποτε δεν είχαν επιτύχει ακόμα. Συνεπώς η επίθεσή τους είχε αποκρουστεί. Οι Έλληνες πάλι, μαζί με τον αυτοκράτορα, είχαν αντιπαραταχθεί και πολεμούσαν τους εχθρούς. Όλη τους η προσπάθεια και ο μοναδικός στόχος τους ήταν να μην επιτρέψουν στους Τούρκους να μπουν στην Πόλη απ' τα γκρεμισμένα τείχη.


Έκαναν όμως λάθος, καθώς το θέλημα του Θεού ήταν να μπουν οι Τούρκοι στην Κωνσταντινούπολη, αλλά από άλλη ατραπό. Όταν δηλαδή οι Τούρκοι είδαν το παραπόρτι για το οποίο ήδη μιλήσαμε (η Κερκόπορτα), ανοιχτό και αφύλαχτο, περίπου πενήντα άνδρες, οι πιο φημισμένοι και οι πιο πιστοί δούλοι του Μωάμεθ, πήδησαν μέσα, ανέβηκαν στα τείχη ξεφυσώντας φωτιά, σκοτώνοντας όποιους συναντούσαν μπροστά τους και χτυπώντας τους ακροβολιστές.
Αλήθεια, τι φρικτό θέαμα ήταν εκείνο! Από τους Έλληνες και τους Λατίνους που είχαν αναλάβει την αποστολή να απωθούν όσους έστηναν τις σκάλες, άλλοι σφαγιάστηκαν, ενώ άλλοι, κλείνοντας τα μάτια έπεφταν στο κενό, συντρίβοντας τα σώματά τους και δίνοντας έτσι οικτρό τέλος στη ζωή τους. Τώρα πια οι επιτιθέμενοι έστηναν τις σκάλες, χωρίς κανένα εμπόδιο και σαν αετοί σκαρφάλωναν στο τείχος.


Οι Ρωμαίοι που πολεμούσαν μαζί με τον αυτοκράτορα δεν γνώριζαν τι είχε συμβεί, καθώς ήταν μακριά απ' αυτούς το σημείο από το οποίο οι Τούρκοι μπήκαν στην Πόλη. Άλλωστε όλη την προσοχή τους την είχαν αποσπάσει οι απέναντι εχθροί, οι οποίοι ήσαν δυνατοί και τόσοι πολλοί, ώστε αντιστοιχούσε ένας Έλληνας προς είκοσι Τούρκους, ενώ κι αυτός ο ένας Έλληνας δεν γνώριζε την πολεμική τέχνη τόσο καλά όσο ένας τυχαίος Τούρκος. Σ' εκείνους λοιπόν είχαν συγκεντρώσει όλη τη μέριμνα και τη φροντίδα τους.


Τότε ξαφνικά, βλέπουν βέλη να τους έρχονται απ' το πάνω μέρος των τειχών και να τους σκοτώνουν. Στρέφουν το βλέμμα προς τα εκεί και διαπιστώνουν ότι είναι Τούρκοι. Βλέποντάς τους, σπεύδουν να γλιτώσουν στο εσωτερικό του τείχους. Και καθώς το πλήθος που προσπαθούσε να εισέλθει από την πύλη, την επονομαζόμενη Χαρισού, ήταν μεγάλο, προκλήθηκε φοβερός συνωστισμός. Πάνω σ' αυτόν, οι σωματικά δυνατότεροι κατάφερναν να μπουν πατώντας κυριολεκτικά τους σωματικά αδύναμους.


Όταν η παράταξη του τυράννου είδε την οπισθοχώρηση των Ρωμαίων, με μια φωνή όρμησαν καταπατώντας και κατασφάζοντας τους αξιολύπητους αμύντορες της Πόλης. Φτάνοντας στην πύλη δεν μπόρεσαν να την περάσουν, καθώς αυτή είχε κλείσει απ' τα σώματα των σκοτωμένων, αλλά και των ετοιμοθάνατων. Έτσι οι περισσότεροι Τούρκοι έμπαιναν στην Κωνσταντινούπολη απ' το γκρεμισμένο τείχος και κατέσφαζαν όσους έβρισκαν μπροστά τους.
Ο αυτοκράτορας δεν έκανε πίσω, στάθηκε για λίγο κρατώντας το σπαθί και την ασπίδα και είπε: «Δεν υπάρχει κάποιος χριστιανός να μου πάρει το κεφάλι»; Κι αυτό γιατί είχε μείνει ολομόναχος. Τότε ακριβώς ένας Τούρκος τον χτύπησε στο πρόσωπο, αλλά ο αυτοκράτορας ανταπόδωσε το χτύπημα. Ωστόσο, ένας άλλος Τούρκος, ερχόμενος από πίσω, του κατάφερε καίριο χτύπημα και ο Κωνσταντίνος σωριάστηκε στο έδαφος, Καθώς λοιπόν οι Τούρκοι αυτοί δεν γνώριζαν ότι ήταν ο αυτοκράτορας, αφού τον σκότωσαν σαν να ήταν ένας κοινός στρατιώτης, τον άφησαν να κείτεται στο χώμα.


ΤΡΙΤΗ 29 ΜΑΪΟΥ 1453

«ΧΡΟΝΙΚΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ», του Νέστορος Ισκεντέρη


«Εκεί έπεσε ο ευσεβής καίσαρ Κωνσταντίνος υπέρ των ιερών ναών και της ορθοδοξίας, μήνας Μάιος, την 29η μέρα, αφού εσκότωσε με το χέρι του, όπως έλεγαν όσοι έμειναν ζωντανοί, πάνω από 600 Τούρκους. Κι έτσι αλήθεψε ο χρησμός: «Με Κωνσταντίνο έγινε και πάλι με Κωνσταντίνο θ' αποθάνει».

 

Γιατί οι αμαρτίες έρχεται η ώρα και κρίνονται από το Θεό και, καθώς λέγεται, οι κακουργίες και οι ανομίες καταλύουν τους θρόνους των ισχυρών. Μεγάλη η δύναμη του πονηρού κι άπειρα τα κακουργήματά του.


Αλίμονο σε σένα, Εφτάλοφη, τώρα που έπεσες στα χέρια των άπιστων, τόση ήταν η δόξα που σου εδώρισε η χάρη του Κυρίου, άλλοτε λαμπρύνοντάς σε και μεγαλύνοντάς σε όσο καμιάν άλλη χώρα, άλλοτε τιμωρώντας σε με μύριες όσες τιμωρίες και νουθετώντας σε με τη δοκιμασία και με περίφημα θαύματα κι άλλοτε πάλι χαρίζοντάς σου ένδοξες νίκες κατά των εχθρών ούτε μια στιγμή δεν έπαψε να σε νουθετεί και να σε καλεί στο δρόμο της σωτηρίας σου και σου εχάρισε κι όλα τα καλά του επίγειου βίου και τα πιο λαμπρά στολίδια.

 

Τα ίδια κι η υπεραγία Θεοτόκος, μητέρα του Χριστού και Θεού μας, με άπειρες ευεργεσίες κι αναρίθμητες δωρεές σ' ελέησε και σε υπεράσπισε σ' όλους τους καιρούς. Όμως η αφροσύνη σου αποστράφηκε τα ελέη και τα δώρα του Θεού κι ενέδωσες στις πονηρίες και ανομίες και τώρα να, σ' έπληξε η οργή του Θεού και σε παραδίνει στα χέρια των εχθρών σου και ποιος να μην κλάψει γι' αυτά, ποιος να μην θρηνήσει


Εκεί ένας Σέρβος εβγήκε μπροστά του (στον Μωάμεθ) και του έφερε το κεφάλι του καίσαρα. Αυτός καταχάρηκε κι εφώναξε αμέσως τους άρχοντες και στρατηγούς κι ερώτησε να μάθει αν αλήθεια είναι του καίσαρα το κεφάλι. Εκείνοι κατατρομαγμένοι αποκρίθηκαν: «Είναι το αληθινό κεφάλι του καίσαρα». Τότε αυτός το ασπάστηκε και είπε: «Μα την αλήθεια, ο ίδιος ο Θεός σ' έφερε στον κόσμο και σ' έκανε και καίσαρα. Γιατί λοιπόν να πας έτσι άδικα χαμένος»; Κι έστειλε την κεφαλή στον Πατριάρχη να την χρυσώσει και να την ασημώσει και να την φυλάξει καταπώς αυτός γνωρίζει. Ο Πατριάρχης επήρε την κάρα και την εκλείδωσε σε αργυρό και χρυσωμένο σκεύος και την έκρυψε στη μεγάλη εκκλησία κάτω από την αγία τράπεζα. Από άλλους όμως ακούσαμε ότι κάποιοι που εσώθηκαν, από αυτούς που ήταν μαζί με τον καίσαρα στη Χρυσή Πύλη, επήραν κρυφά το σώμα, εκείνη την ίδια νύχτα, και το επήγαν στον Γαλατά και εκεί τον έχουν θαμμένον».


ΜΕΓΑΛΗ ΙΔΕΑ

Του Ίωνα Δραγούμη


Μα τότε, αφού πρέπει να μεγαλώσει το κράτος, γιατί είναι ψέμα η Μεγάλη Ιδέα; Δεν είναι τάχα το ίδιο πράμα η μεγάλη ιδέα και η ιδέα που λέμε εδώ πέρα, πως πρέπει δηλαδή το κράτος να κάνει σύνορα πλατύτερα και να πάρει στα σύνορά του μέσα και τους εξωμερίτες τους περισσότερους; Όχι.
Η μεγάλη ιδέα είναι μια θύμηση που απόμεινε, χώθηκε βαθιά και φώλιασε μέσα στην ψυχή του Ρωμιού, από τον καιρό που οι Τούρκοι στα 1453 πήρανε την Πόλη. Είναι η θύμηση πως ο Ρωμιός, με την Πόλη πρωτεύουσα, όριζε την Ανατολή στα περασμένα χρόνια, το Ανατολικό δηλαδή κράτος με τους πολλούς λαούς, που το κληρονόμησε σιγά σιγά από τους αρχαίους Ρωμαίους.

Και την κληρονόμησε τότε φυσικά ο Ρωμιός την Ανατολή, ως κράτος από τους Ρωμαίους, αφού την είχε πρώτα καταχτήσει ο ίδιος και με τον Μέγα Αλέξανδρο, αλλά προπάντων με τον πολιτισμό του, που στον αρχαίο καιρό ήταν ο πρώτος πολιτισμός και που τύλιξε ακόμα και τη χριστιανική θρησκεία στα δίχτυα του, την έβαλε κι αυτήν μέσα στο σακί και την έκανε όργανο ηθικής επιβολής.
Ο Ελληνισμός λοιπόν, απλωμένος σαν ανώτερος πολιτισμός σ' όλη την Ανατολή, έγινε Χριστιανισμός και κράτησε την Ανατολή με τη θρησκεία στα χέρια του. Ο ίδιος Ελληνισμός, ο πιο ξυπνός και πιο άξιος λαός της Ανατολής, μπήκε στο νόημα του τι θα πει μηχανισμός του Ρωμαϊκού Ανατολικού κράτους, τον κατάλαβε καλά και τον πήρε κι αυτόν στα χέρια του.


Μα αφού έζησε πάμπολλα χρόνια, άρχισε και ξέπεφτε το Ανατολικό κράτος (όπως κάθε πολιτικός οργανισμός) και ήρθαν οι Τούρκοι και το άρπαξαν.
Τετρακόσια χρόνια έμειναν έπειτα οι Έλληνες σχεδόν απολιθωμένοι και μαζί τους πέτρωσε και το μίσος για τον αντίχριστο τον Τούρκο, και η θύμηση η γλυκόπικρη πως άλλοτε όριζαν αυτοί την Ανατολή, που την έφτιασαν αυτοί με τον πολιτισμό τους και κληρονόμησαν αυτοί την πολιτική της κυριαρχία από τους Ρωμαίους. Και σιγά σιγά η θύμηση αυτή ξυπνούσε μέσα τους και γινόταν γλυκύτατη ελπίδα και φαντασία ζωηρή. Αυτή η ελπίδα κι η φαντασία τους σήκωσε στο πόδι στα 1821. Να ορμήσουν κατεπάνω στον Τούρκο και να του ξαναπάρουν την Πόλη και την Αγιά Σοφιά και να τον διώξουν τον άπιστο από την Ανατολή ολότελα. Καθώς βλέπετε είχε και κάτι τι χριστιανικό και σταυροφορικό η ορμή αυτή. Οι Έλληνες αγωνίστηκαν και σαν Χριστιανοί και σαν έθνος που γυρεύει να κάνει κράτος δικό του, ανεξάρτητο.


Μα δεν ήταν πια οι Ρωμαίοι αυτού για να τους δείξουν πως φτιάνονται και πως κυβερνιούνται τα μεγάλα κράτη με τους πολλούς λαούς.
Στο αναμεταξύ αυτό σταμάτησε και ο Ελληνικός πολιτισμός εκεί που τον άφησαν οι άνθρωποι του 1453, ενώ ο Ευρωπαϊκός πολιτισμός ίσα ίσα από κείνον τον καιρό άρχισε κι έπαιρνε ολοένα δρόμο και κυρίευε τον κόσμο. Και έτσι στα 1770 και στα 1821 που ξύπνησαν και σηκώθηκαν πρώτοι από τους Ανατολικούς λαούς οι Έλληνες και χτύπησαν τον Τούρκο, δεν είχαν πια στην Ανατολή την ηθική επιβολή που είχαν άλλοτε. Και οι άλλοι χριστιανικοί λαοί της Ανατολής ξυπνούσαν σιγά σιγά και δυνάμωνε μέσα τους, σύμφωνα με το πνεύμα του 19ου αιώνα, η εθνική συνείδηση. Άμα είδαν τους Έλληνες, σηκώθηκαν και αυτοί έπειτα και χτύπησαν τον Τούρκο. Τον χτύπησαν κι αυτοί και σαν Χριστιανοί και σαν έθνη που θέλουν την πολιτική τους αυθυπαρξία.
Ωστόσο οι Έλληνες, που δεν κατάφεραν, για τους λόγους που αναφέραμε, να πάρουν την Πόλη και να ξανακάνουν το Ανατολικό τους κράτος, όμως κατόρθωσαν να πλάσουν, με τη βοήθεια της Ευρώπης που τους συμπάθησε για τον αγώνα τους, ένα μικρούτσικο κράτος σ₼ έναν τόπο που κατοικούσαν πυκνά ελληνικής φυλής άνθρωποι?
?Ώστε το Τουρκικό το κράτος δεν θα γίνει με τον καιρό Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Και είναι όχι περιττό, μα βλαβερότατο για το έθνος να κατασκορπά την ενέργειά του δεξιά κι αριστερά άσκοπα.


Και να γιατί πάει η Μεγάλη Ιδέα! Αν ήταν δυνατή η Μεγάλη Ιδέα, γιατί δεν ήρθε στο νου των Ιταλών, που αυτοί τέλος πάντων έπλασαν το Ανατολικό κράτος με πρωτεύουσα την Πόλη;
Οι ιδέες πρέπει να συμφωνούν με τα πράματα, και για να συμφωνούν πρέπει να βγαίνουν απ' αυτά. Τα τωρινά πράματα λένε πως η Βυζαντινή Αυτοκρατορία με τον πολυσύνθετο και δυνατό μηχανισμό της, δεν ανασταίνεται ή δεν ξαναγεννιέται. Αλλού πρέπει να γυρέψουν τα ιδανικά τους οι Έλληνες και αλλού να συγκεντρώσουν την ενέργειά τους και να τη ρίξουν όλη μαζωμένη.
Πάει και η Πόλη και η Αγιά Σοφιά! Πάει και η Κόκκινη Μηλιά και ο Βασιλιάς ο Μαρμαρωμένος! Αυτός θα μείνει αιώνια μαρμαρωμένος, τώρα που θα τον στήσουν άγαλμα μαρμαρένιο, για παράδειγμα όμορφο, πολύ όμορφο και συγκινητικό παράδειγμα- σ' ένα λόφο της Αθήνας.
 

Για την Πόλη

Παναγιώτη Μελικίδη


Στις 29 Μαϊου 1453 η Κωνσταντινούπολη αλώθηκε για δεύτερη φορά μετά την Δ' Σταυροφορία (1204), από τους Τούρκους. Νομίζω ότι θα ήταν ενδιαφέρον να δούμε συνοπτικά πώς συνδέεται η προσδοκία για την αποκατάσταση του Γένους (δηλαδή η απελευθέρωση της Πόλης) με την λειτουργική συνείδηση. Αφορμή παρατήρησης της διάστασης αυτής αποτελεί το δημοτικό τραγούδι που αναφέρεται στην τελευταία θ. Λειτουργία που τελέστηκε στο Ναό της Αγίας Σοφίας:

...φωνή τους ήρθε εξ' ουρανού κι απ' αγγέλου στόμα:
Πάψατε το χερουβικό κι ας χαμηλώσουν τ' άγια,
γιατί είναι θέλημα Θεού η Πόλη να τουρκέψη.
Μόν' στείλτε λόγο στη Φραγκιά να 'ρθούνε τρία καράβια,
τό 'να να πάρη το Σταυρό και το άλλο το Βαγγέλιο,
τό τρίτο το καλύτερο την Άγια Τράπεζά μας,
μή μας την πάρουν τα σκυλιά και μας την μαγαρίσουν.


Το δημοτικό αυτό τραγούδι εκφράζει την λαϊκή ευσέβεια, η οποία ταυτίζεται με τον κανόνα της Εκκλησίας ότι κάθε Λειτουργία που αρχίζει πρέπει οπωσδήποτε να τελειώνει. Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα πάντα με την λαϊκή παράδοση, η τελευταία Λειτουργία στην Αγία Σοφία δεν περατώθηκε λόγω της Οθωμανικής εισβολής και ο ιερέας μαζί με τα Τίμια Δώρα οδηγήθηκε με τρόπο θαυματουργικό σε μυστική κρύπτη του τείχους του Αγίου Βήματος. Έτσι ο Θεός στην συνείδηση του λαού ?εκβιάζεται? να ελευθερώσει την Βασιλεύουσα, προκειμένου να ολοκληρωθεί το ημιτελές μυστήριο που διακόπηκε την ώρα του Χερουβικού. Το στοιχείο αυτό μας βοηθάει να τοποθετήσουμε την συγγραφή του δημώδους άσματος κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας και στην αρχή της παγίωσης των ιδεολογημάτων που αφορούσαν την μελλοντική εθνική αποκατάσταση.

Το δεύτερο ενδιαφέρον σημείο είναι η περιγραφή του τρόπου διάσωσης των ιερών αντικειμένων. Η φυγάδευση αναλαμβάνεται από φράγκικα καράβια. Εδώ έχουμε επέμβαση μεταγενέστερη στο κείμενο, αφού το πρωτότυπο αναφερόταν στη βίαιη αρπαγή των εν λόγω αντικειμένων από τους Φράγκους κατά την Δ' Σταυροφορία το 1204. Έτσι στην μεταγενέστερη έκδοση το παλιό υλικό τροποποιήθηκε, ώστε η αφαίρεση του Ευαγγελίου, του Σταυρού και της Τράπεζας να παρουσιάζεται επιβεβλημένη. Σύμφωνα με νεώτερη θρακική παράδοση, η αγία Τράπεζα έπεσε από το πλοίο στην θάλασσα ή όλο το πλοίο βυθίστηκε και παραμένει από τότε στον βυθό του Θρακικού πελάγους αναμένοντας την απελευθέρωση της Κωνσταντινούπολης, που όταν πραγματοποιηθεί, με θεϊκή βούληση θα εμφανισθεί στην παραλία της Πόλης, για να τοποθετηθεί ξανά στην αρχική της θέση.

Είναι πράγματι ενδιαφέρον το γεγονός ότι οι θρύλοι του λαού μας, που σχετίζονται με την άλωση και με την προσδοκία της αποκατάστασης, συνδέονται πάντα με το θέλημα του Θεού, φανερώνοντας με απλοϊκό τρόπο αυτό που διακηρύσσει η Ορθόδοξη Παράδοση των αγίων Πατέρων της, ότι ο Θεός προσωπικά διευθύνει την ιστορία, όπως επίσης και το γεγονός ότι το ενδιαφέρον των λαϊκών παραδόσεων που αφορούν την πτώση της του Κωνσταντίνου Πόλεως εστιάζεται στον λόγο: Μη δώτε το άγιον τοις κυσί μηδέ βάλητε τους μαργαρίτας υμών έμπροσθεν των χοίρων... (Ματθ. ς', 6).

Το δισκοπότηρο της Αγια-Σοφιάς


Νικολάου Βασιλειάδη


 

Την ώρα που ακούονται έξω από την Αγία Σοφία φωνές «οι Τούρκοι! - οι Τούρκοι!», ο πρωτόπαπας βγαίνει από την στοά της εξομολογήσεως. Αποβραδίς κοινώνησε τον Αυτοκράτορα κι ως το πρωί εξομολογούσε. Όπως βγήκε ψηλός, ηλιοκαμένος, μ' άσπρα γένια και φρύδια παχιά, νόμιζες πως ένας άγιος ξεκόλλησε από τον τοίχο. Και για μια στιγμή, όταν είδε το πλήθος γονατιστό να τρέμει, κιτρίνισε σαν το φλουρί, σαν να τον κτύπησε βόλι. Κοντοστάθηκε, σφόγγισε τα δάκρυα και προχώρησε στην εκκλησία. Ο ναός, ο άμβωνας, ο σωλέας και τα περιστύλια ήταν γεμάτα κόσμο. Τα φώτα, οι πολυέλαιοι, οι κανδήλες ήταν αναμμένα.

Για τελευταία φορά έλαμπε στην Ανατολή το μεγαλείο της Χριστιανοσύνης. Έλαμπε η θαυμάσια αρχιτεκτονική του Ανθέμιου και Ισιδώρου. Έλαμπε ο αφάνταστος πλούτος, που εσκόρπισεν ο Ιουστινιανός, για να νικήσει τον Σολομώντα. Κι από μακριά έφταναν του τρόμου οι φωνές:
«Οι Τούρκοι! Οι Τούρκοι!»

Οι πολυέλαιοι από κρύσταλλα ασημοδεμένα, τα πελώρια μανουάλια, σαν γίγαντες φωτοβόλοι, οι ποικιλόχρωμες κολόνες, τα χρυσά μωσαϊκά, όλα έλαμπαν για τελευταία φορά. Και ψηλά οι ελαφρύτατες γραμμές, γεμάτες ευγένεια, γεμάτες χάρη, αγκάλιαζαν, σαν σχέδιο ενάερης κολόνας, τον πελώριο τρούλο. Ω! όπως ήταν ο τρούλος θαυμάσιος στους γύρους, νόμιζες πως ζητούσε να πλανέψει σ' έναν άλλο κόσμο τους χριστιανούς την ώρα της Θυσίας!

Ο πρωτόπαπας έκαμε τρεις σταυρούς και μπήκε στο ιερό. Επάνω στην Αγία Τράπεζα, σα να ήταν κρεμαστός ουράνιος θόλος, το Κιβώτιο. Στήριζε τα τέσσερα χρυσά του πόδια στις τέσσερις γωνίες και απ' εμπρός πρόβαλε ένα ωραίο τόξο. Ένας σταυρός χρύσιζε στην κορυφή του και μέσα από τον θόλο του κατέβαινε άσπρο περιστέρι, η Περιστερά του Αγίου Πνεύματος. Ο πρωτόπαπας βγάζει από τα σπλάχνα της Περιστεράς τα Δισκοπότηρα, τα σκέπασε με μεταξωτό, που λέγεται Αέρας, τα πήρε κι έφυγε. «Μη δότε τα Άγια τοις κυσίν», σκέφτηκε.

Σαν αρχαίο ελληνικό αγγείο, όλο από χρυσάφι, λίγο κοντό, με δυο όμορφα χερούλια και με πλευρές καμπύλες, τέτοιο ήταν το Ιερόν Ποτήριον. Το στόμα του τριγύριζε διπλή γραμμή σε ρυθμό μαιάντρου. Και στην πρόσοψη είχε το Χριστό σε κολυμπήθρα, από παράσταση αρχαία.

Ο ιερός Δίσκος ήταν από χρυσάφια καλοδουλεμένο. Στο κέντρο ο Μυστικός Δείπνος του Κυρίου. Και γύρω πολύτιμα πετράδια. Ο πρωτόπαπας έριξε μια ματιά στη θάλασσα, ανασκουμπώθηκε κι έσπρωξε με τέτοια δύναμη το καραβάκι, που γλίστρησε ως τον γιαλό. Μπήκε μέσα, άνοιξε πανί και κράτησε το τιμόνι γραμμή για την Βιθυνική παραλία. Ο αντίλαλος της Πόλης εξακολουθούσε.

«Οι Τούρκοι! Οι Τούρκοι!».

Μια τρικυμία σηκώθηκε τρανή. Το καραβάκι σαν τσόφλι χοροπηδούσε στα κύματα επάνω. Στην Πόλη φλόγες και καπνοί παντού. Στ' αυτιά ο αέρας έφερνε μια άγρια αντήχηση από τρόμο, από δαρμούς, από παρακάλια, από ξεψυχημό, από βογκητά θανάτου?

Ω! Πόλη, με τα βασιλικά σου, με τους ιπποδρόμους σου, με τις ακαδημίες των τεχνών σου! Χριστιανοσύνη που εδίδαξες στον κόσμο την αλήθεια. Χιλιόχρονη ιστορία του πολιτισμού που σβήνεις. Εργάτες του νου που γενήκατε φυγάδες και δούλοι.

Ανθρώπινα έργα, που ζηλέψατε αθανασία και γενήκατε ερείπια. Μεγαλεία περασμένα. Άρματα νίκης που περνούσατε την Χρυσόπορτα. Βασιλείς με τις χρυσές κορόνες. Γεννήσεις και θάνατοι σβησμένοι για την πρόοδο. Μνημεία, που μέσα στην καταστροφή εμείνατε χωρίς μορφή, χωρίς όνομα. Άπειρες μέρες εκμηδενισμένες. Να! παίρνει τη σκόνης σας ένας ανθρώπινος ανεμοστρόβιλος και την σκορπίζει στους τέσσερις ανέμους!

Η Δύση του ηλίου χρωμάτισε τον ουρανό κόκκινο, σαν αίμα. Σημάδι της φρίκης. Ο άνεμος εξακολουθούσε να φυσά κι ο ανεμοστρόβιλος σάρωνε την Προποντίδα.

Σκοτείνιασε. Το σκοτάδι σκέπασε τον ουρανό, την Πόλη. Κι από τη θάλασσα μακριά ανέβαινε αιμοσταγμένος του φεγγαριού ο δίσκος. Κόκκινος, σαν τα μάτια του φονιά.

Ολόρθος στο καράβι ο πρωτόπαπας κάρφωσε στον ουρανό τα μάτια του και είδε, ω φρίκη! το φονικό φεγγάρι να στέκεται ακίνητο στον τρούλο της Αγίας Σοφίας. Και είδε να μαυρίζει, να μαυρίζει ο μισός δίσκος. Αρχαία προφητεία έλεγε: «Θα είναι πανσέληνος. Έκλειψη θα γίνει. Και η Πόλη θα πέσει!»

Ο πρωτόπαπας περιχύθηκε με κρύο ιδρώτα. Έβλεπε μια τον σταυρό στον τρούλο της Αγίας Σοφίας και μια το μισοφέγγαρο. Το καραβάκι χοροπηδούσε στα κύματα της θάλασσας. Χίλια κομμάτια έγινε το μικρό πανί του. Κι ο αέρας βούιζε σα θρήνος στο κατάρτι του. Ο πρωτόπαπας έβαλε τις τελευταίες του προσπάθειες. Στο στήθος του κρατούσε σφιχτά τα Δισκοπότηρα. Κι ενώ θωρούσε πέρα την Αγία Σοφία, δε βλέπει το σταυρό. Βλέπει μισοφέγγαρο.

Αμέσως άνοιξαν τα μεσουράνια. Ένα φως γλυκύτατο απλώθηκε. Άγγελος Κυρίου φάνηκε κι άρπαξε τα Δισκοπότηρα.
Μην ήταν θαύμα; Η θάλασσα άνοιξε στόμια και κατάπιε τον πρωτόπαπα. Γαλήνη! Το τρομερό στοιχείο ησύχασε. Και σαν να ήταν Φώτα κι άγιασε την θάλασσα σταυρός.

 

Η Άλωση της Πόλης


Απόσπασμα από το βιβλίο του Steven Runciman (σελ 272-6)

 

Ο μόνος από τους λογίους που είχαν φωτίσει τα τελευταία χρόνια της βυζαντινής ελευθερίας, ο Γεώργιος Σχολάριος Γεννάδιος, κλήθηκε να παίξει ένα δημιουργικό ρόλο στην ταξινόμηση του νέου κόσμου, ενώνοντας την Εκκλησία του λαού του και παρέχοντας του μια Αυλή στην οποία τα παλιά δράματα της αυτοκρατορικής εθιμοτυπίας μπορούσαν να συνεχίσουν να υφίστανται στο σκοτάδι, έως ότου ξαναέλθει η αυγή και το Βυζάντιο ξαναγεννηθεί σα φοίνικας* .

Αυτή η αυγή δεν ήλθε ποτέ. Η παλιά οικουμενική αυτοκρατορία του Βυζαντίου χάθηκε για πάντα. Είναι εύκολος ο ισχυρισμός ότι στον ευρύ ρου της ιστορίας το έτος 1453 αντιπροσωπεύει πολύ λίγα πράγματα. Η Βυζαντινή αυτοκρατορία ήταν ήδη καταδικασμένη. Ελαττωμένη, ολιγάνθρωπη και εξαθλιωμένη, ήταν αναπόφευκτο να χαθεί όποτε οι Τούρκοι επέλεγαν να κινηθούν για να την εξοντώσουν. Η αντίληψη ότι οι Βυζαντινοί λόγιοι έσπευδαν στην Ιταλία εξαιτίας της πτώσης της πόλης τους είναι αβάσιμη. Για περισσότερο από μία γενιά η Ιταλία ήταν γεμάτη από Βυζαντινούς καθηγητές, ενώ από τις δύο σημαντικές πνευματικές φυσιογνωμίες μεταξύ των Ελλήνων που ζούσαν το 1453 η μία, ο Βησσαρίων, βρισκόταν ήδη στην Ιταλία, ενώ η άλλη, ο Γεννάδιος, εξακολούθησε να παραμένει στην Κωνσταντινούπολη. Εάν το εμπόριο των ιταλικών ναυτικών δημοκρατιών επρόκειτο να εξανεμιστεί, αυτό οφειλόταν περισσότερο στην ανακάλυψη των ωκεάνιων δρόμων, παρά στον έλεγχο των Στενών από τους Τούρκους. Πραγματικά, η Γένοβα παρήκμασε γοργά μετά το 1453, αλλά αυτό συνέβη σε μεγάλο βαθμό λόγω της επισφαλούς θέσης της στην Ιταλία. Η Βενετία συνέχισε ζωηρά το εμπόριο με την Ανατολή για πολλά χρόνια.

Εάν οι Ρώσοι προέβαλαν πλέον ως υπερασπιστές της Ορθοδοξίας, με τη Μόσχα στη θέση της τρίτης Ρώμης, αυτό δεν ήταν μια επαναστατική ιδέα. Η ρωσική σκέψη κινούνταν ήδη προς τα εκεί, με τους ρωσικούς στρατούς να απωθούν τους άπιστους Τατάρους πέρα από τις στέπες, ενόσω η Κωνσταντινούπολη βυθιζόταν περισσότερο στη φτώχεια και έκανε ανόσιες συναλλαγές με τη Δύση. Όλοι αυτοί οι σπόροι είχαν ήδη φυτευθεί. Η άλωση της Κωνσταντινούπολης απλά επιτάχυνε το θερισμό. Εάν ο σουλτάνος Μωάμεθ ήταν λιγότερο αποφασιστικός, ή ο Χαλήλ πασάς περισσότερο πειστικός, ή εάν η βενετσιάνικη αρμάδα είχε αποπλεύσει δεκαπέντε ημέρες νωρίτερα, ή εάν κατά την τελευταία κρίση ο Τζουστινιάνι δεν είχε τραυματιστεί στα τείχη και η παράπλευρη πύλη της Κερκόπορτας δεν είχε μείνει μισάνοιχτη, μακροπρόθεσμα λίγα θα είχαν αλλάξει. Το Βυζάντιο ίσως θα είχε εξακολουθήσει να υφίσταται για μία ακόμη δεκαετία και η τουρκική εξάπλωση στην Ευρώπη θα είχε καθυστερήσει. Αλλά η Δύση δεν θα είχε επωφεληθεί από την ανάπαυλα. Αντίθετα, θα θεωρούσε τη διατήρηση της Κωνσταντινούπολης ως σημάδι ότι τελικά ο κίνδυνος δεν ήταν τόσο πιεστικός. Θα είχε στραφεί με ανακούφιση στις δικές της υποθέσεις, και μετά από μερικά χρόνια οι Τούρκοι θα επαναλάμβαναν την επίθεση.

Παρά ταύτα η ημερομηνία της 29ης Μαΐου σηματοδοτεί ένα σημείο-καμπή στην ιστορία. Σηματοδοτεί το τέλος μιας παλιάς ιστορίας, της ιστορίας του βυζαντινού πολιτισμού. Για χίλια εκατό χρόνια στεκόταν στο Βόσπορο μια πόλη όπου το πνεύμα απότελούσε αντικείμενο θαυμασμού και η μάθηση και τα γράμματα του κλασικού παρελθόντος ήταν αντικείμενα μελέτης και διαφυλάσσονταν. Χωρίς τη βοήθεια των Βυζαντινών σχολιαστών και γραφέων θα γνωρίζαμε ελάχιστα σήμερα για τη λογοτεχνική παραγωγή της αρχαίας Ελλάδας. Αυτή ήταν επίσης μία πόλη οι ηγεμόνες της οποίας επί αιώνες είχαν εμπνεύσει και ενθαρρύνει μια σχολή τέχνης χωρίς αντίστοιχο στην ανθρώπινη ιστορία, μία τέχνη που προέκυπτε από ένα συνεχώς διαφοροποιούμενο μίγμα της ψυχρής εγκεφαλικής αίσθησης των Ελλήνων για την αρμονία των πραγμάτων και ενός έντονου θρησκευτικού αισθήματος που έβλεπε στα έργα τέχνης την ενσάρκωση του θείου και τον καθα-γιασμό της ύλης. Αυτή ήταν, επιπλέον, μια μεγάλη κοσμοπολίτικη πόλη, όπου παράλληλα με τα εμπορεύματα ανταλλάσσονταν ελεύθερα και οι ιδέες, και της οποίας οι πολίτες έβλεπαν τους εαυτούς τους όχι ως μία φυλετική ενότητα, αλλά ως κληρονόμους της Ελλάδας και της Ρώμης, καθαγιασμένους από τη χριστιανική πίστη. Όλα αυτά τώρα έφθασαν στο τέλος.

Η νέα φυλή των κυριάρχων αποθάρρυνε τη μάθηση μεταξύ των χριστιανών υπηκόων της. Χωρίς την υποστήριξη μιας ελεύθερης κυβέρνησης η βυζαντινή τέχνη άρχισε να παρακμάζει. Η νέα Κωνσταντινούπολη ήταν μια εξαίσια πόλη, πλούσια, πολυάνθρωπη και κοσμοπολίτικη, καθώς και γεμάτη από ωραία οικοδομήματα. Αλλά η ομορφιά της εξέφραζε την κοσμική αυτοκρατορική ισχύ των σουλτάνων, όχι το βασίλειο του χριστιανικού θεού επί της γης, ενώ οι κάτοικοι της διαφοροποιούνταν ως προς τη θρησκεία. Η Κωνσταντινούπολη ξαναγεννήθηκε, για να αποτελέσει το επίκεντρο της προσοχής επί πολλούς αιώνες, αλλά ήταν η Ισταμπούλ, όχι το Βυζάντιο.

Τίποτα λοιπόν δεν εξασφάλισε η γενναιότητα των τελευταίων ημερών του Βυζαντίου; Εντυπωσίασε το σουλτάνο, όπως κατέστησε σαφές η αγριότητα του μετά την κατάληψη της πόλης. Με τους Έλληνες δεν θα διακινδύνευε. Πάντοτε θαύμαζε την ελληνική μόρφωση. Τώρα ανακάλυπτε ότι το ηρωικό ελληνικό πνεύμα δεν είχε πεθάνει εντελώς. Μπορεί όταν αποκαταστάθηκε η ηρεμία ο θαυμασμός του να τον ενθάρρυνε να μεταχειριστεί τους Έλληνες υπηκόους του πιο ήπια. Οι όροι που εξασφάλισε ο πατριάρχης Γεννάδιος από εκείνον ένωσαν και πάλι την ελληνική Εκκλησία και την πλειοψηφία του ελληνικού λαού κάτω από μια αυτόνομη κυβέρνηση. Το μέλλον δεν θα ήταν εύκολο για τους Έλληνες. Τους δόθηκε η υπόσχεση για ειρήνη και δικαιοσύνη, όπως και ευκαιρίες πλουτισμού. Αλλά ήταν πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Η δουλεία αναπόφευκτα φέρνει αποθάρρυνση και οι Έλληνες δεν μπορούσαν να αποφύγουν τις συνέπειες της. Επιπλέον, ήταν εξαρτημένοι τελικά από την καλή θέληση του κυριάρχου τους. Όσο ζούσε ο Πορθητής σουλτάνος η μοίρα τους δεν ήταν πολύ άσχημη. Αλλά εμφανίστηκαν και σουλτάνοι οι οποίοι δεν είχαν γνωρίσει ποτέ τον πολιτισμό του Βυζαντίου και οι οποίοι ήταν υπερήφανοι που ήταν αυτοκράτορες του Ισλάμ, χαλίφες και αρχηγοί των Πιστών. Σύντομα το μεγάλο οικοδόμημα της οθωμανικής διακυβέρνησης βρέθηκε σε παρακμή. Οι Έλληνες χρειάστηκε να αντιμετωπίσουν τη διαφθορά με απιστίες και τις δολοπλοκίες με αντίθετες δολοπλοκίες. Η ιστορία των Ελλήνων κάτω από τον τουρκικό ζυγό είναι μη εποικοδομητική και μελαγχολική. Και όμως, παρά τα σφάλματα και τις αδυναμίες της η Εκκλησία επιβίωσε, και όσο επιβίωνε η Εκκλησία ο Ελληνισμός δεν θα πέθαινε.

Η Δυτική Ευρώπη, με προγονικές αναμνήσεις ζήλιας για το βυζαντινό πολιτισμό, με τους πνευματικούς της συμβούλους να καταγγέλλουν τους Ορθοδόξους ως αμαρτωλούς σχισματικούς, και με μια αίσθηση ενοχής να την καταδιώκει, ότι στο τέλος είχε εγκαταλείψει την πόλη, προτίμησε να ξεχάσει το Βυζάντιο. Δεν μπορούσε να ξεχάσει το χρέος της προς τους Έλληνες, αλλά θεωρούσε ότι όφειλε το χρέος μόνο στην κλασική περίοδο. Οι Φιλέλληνες που πήγαν να συμμετάσχουν στον πόλεμο της ανεξαρτησίας μιλούσαν για το Θεμιστοκλή και τον Περικλή, αλλά ποτέ για τον Κωνσταντίνο. Πολλοί διανοούμενοι Έλληνες μιμήθηκαν το παράδειγμα τους, παρασυρμένοι από τη δαιμονική αυθεντία του Κοραή, μαθητή του Βολταίρου και του Γίββωνα, για τους οποίους το Βυζάντιο ήταν ένα απαίσιο ιντερλούδιο δεισιδαιμονίας, που ήταν καλύτερο να αγνοηθεί. Έτσι ο πόλεμος της ανεξαρτησίας ποτέ δεν κατέληξε στην απελευθέρωση του ελληνικού λαού αλλά μόνο στη δημιουργία ενός μικρού βασιλείου της Ελλάδας.

Στα χωριά οι άνθρωποι γνώριζαν καλύτερα. Εκεί θυμούνταν τους θρήνους που είχαν συντεθεί όταν έφθασαν τα νέα ότι η πόλη είχε πέσει, τιμωρημένη από το Θεό για την πολυτέλεια, την υπερηφάνεια και την αποστασία της, αλλά πολεμώντας μέχρι το τέλος σε μια ηρωική μάχη. Θυμούνταν εκείνη τη φρικτή Τρίτη, μια ημέρα την οποία όλοι οι πραγματικοί Έλληνες θεωρούν ακόμη αποφράδα. Αλλά το πνεύμα τους σκιρτούσε και το κουράγιο τους μεγάλωνε καθώς διηγούνταν για τον τελευταίο χριστιανό αυτοκράτορα που στεκόταν στο ρήγμα, εγκαταλελειμμένος από τους Δυτικούς συμμάχους του, αποκρούοντας τους απίστους, μέχρις ότου οι αριθμοί τους τον κατέβαλαν και πέθανε, με την αυτοκρατορία ως σάβανο του.