ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

 

431 π.Χ.- 404 π.Χ

έτη 1ο - 9ο

 

ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑΙ
Βιβλίο Α΄


Οι Λακεδαιμόνιοι επί περισσότερο από 400 έτη διατηρούσαν τό ίδιο πολίτευμα καί γι αυτό κατέστησαν ισχυροί. Ασκούσαν δε τήν αρχηγία επί τών συμμάχων τους, όχι καθιστώντας αυτούς φόρου υποτελείς, αλλά μεριμνώντας μόνον όπως κυβερνώνται κατά πολίτευμα ολιγαρχικόν, πρός τό συμφέρον τής Σπάρτης. Αντίθετα οι Αθηναίοι υποχρέωσαν μέ τόν καιρό τίς συμμαχικές τους πόλεις, πλήν τής Χίου καί Λέσβου, νά τούς παραδώσουν τά πολεμικά τους πλοία καί επέβαλαν καί φόρους. Έτσι έγιναν ισχυρότατοι.

Οι Επιδάμνιοι, άποικοι τών Κερκυραίων, ζήτησαν τήν συνδρομή τών τελευταίων γιά ν' ανταπεξέλθουν στίς συγκρούσεις μέ τούς γείτονες βαρβάρους καί τούς εξορισθέντες απ' τούς ολιγαρχικούς. Επειδή οι Κερκυραίοι αδιαφόρησαν, εστράφησαν στούς Κορινθίους, οι οποίοι άλλωστε ήσαν καί οι αρχικοί έποικοι καί τής Κερκύρας, κατόπιν μάλιστα χρησμού τών Δελφών. Οι Κορίνθιοι έσπευσαν σέ βοήθεια αλλά ηττήθηκαν απ' τούς Κερκυραίους καί κατά ξηρά καί κατά θάλασσα. Αφού πέρασαν δύο χρόνια συγκέντρωσαν πάλι στρατό από πολλές πόλεις, κυρίως τής Πελοποννήσου, καί ετοιμαζόταν γιά νέα εκστρατεία. Οι Κερκυραίοι φοβήθηκαν, επειδή δέν ανήκαν σέ καμμία συμμαχία κι έστειλαν πρέσβεις στήν Αθήνα ζητώντας βοήθεια. Αλλά καί οι Κορίνθιοι έστειλαν πρέσβεις στήν Αθήνα προσπαθώντας ν' αποτρέψουν τούς Αθηναίους από κάτι τέτοιο. Στήν πρώτη εκκλησία οι Αθηναίοι έκλιναν πρός τό μέρος τών Κορινθίων. Τήν επομένη όμως αποφάσισαν τήν σύναψη αμυντικής συμφωνίας μέ τούς Κερκυραίους καί έστειλαν μάλιστα 10 πλοία πρός βοήθειά τους. Κατόπιν τούτων οι Κορίνθιοι έστειλαν 150 πλοία κατά τών Κερκυραίων, οι οποίοι αντέταξαν 110 μαζί μέ τά Αθηναϊκά. Στήν πρώτη ναυμαχία νίκησαν οι Κορίνθιοι, αλλά όχι αποφασιστικά. Άλλωστε τά 10 Αθηναϊκά δέν συμμετείχαν ενεργά. Οι Αθηναίοι εν τώ μεταξύ έστειλαν άλλα 20 πλοία. Η ναυμαχία όμως δέν επαναλήφθηκε καί οι Κορίνθιοι επέστρεψαν στήν Κόρινθο, αφού άφησαν μερικούς αποίκους στό Ανακτόριον, στήν είσοδο τού Αμβρακικού, έχοντες μαζί τους 1000 αιχμαλώτους. Τρόπαιον νίκης έστησαν καί οι δύο πλευρές, διεκδικώντας τήν τελική νίκη. Έτσι οι Κορίνθιοι θεωρούσαν υπαιτίους τούς Αθηναίους γιά τήν καταπάτηση τής 30ετούς ειρήνης, αφού πολέμησαν εναντίον τους όταν αυτοί επεχείρησαν νά τιμωρήσουν τούς Κερκυραίους. Μετά ακολούθησαν τά γεγονότα τής Ποτείδαιας, η οποία ήτο μέν αποικία τών Κορινθίων, αλλά συμμετείχε τής Αθηναϊκής Συμμαχίας ως φόρου υποτελής στήν Αθήνα. Έτσι οι μέν Κορίνθιοι εργάζονταν γιά τήν αποστασία τής Ποτείδαιας, οι δέ Αθηναίοι ήθελαν νά προλάβουν κάτι τέτοιο καί προέβησαν μάλιστα καί σέ πράξεις βίαιες κατά τής Ποτείδαιας. Έτσι άρχισε καί η πολιορκία αυτής πού ήδη αποστάτησε. Τούς Ποτειδαιάτες βοηθούσαν καί Κορίνθιοι πού είχαν ήδη σταλεί εκεί, αλλά κι ο βασιλιάς τής Μακεδονίας Περδίκκας, γιός τού Αλεξάνδρου, ο οποίος βρισκόταν καί σέ αγώνα κατά τού αδελφού του Φιλίππου, πού διεκδικούσε τόν θρόνο καί υποστηριζόταν απ' τούς Αθηναίους. Οι Λακεδαιμόνιοι δέ είχαν υποσχεθεί ότι, άν κινδύνευε η Ποτείδαια, θά εισέβαλαν στήν Αττική. Διαρκούσης λοιπόν τής πολιορκίας οι Κορίνθιοι έστειλαν πρέσβεις στήν Σπάρτη καί ζητούσαν τήν εμπλοκή της. Πρέσβεις όμως έστειλαν καί οι Αθηναίοι καί ζητούσαν τήν μή ανάμειξη τής Σπάρτης. Στήν αρχή η Σπάρτη έκλινε πρός τό μέρος τών Κορινθίων. Ο βασιλιάς Αρχίδαμος τάχτηκε καί αυτός υπέρ τής απόψεως ότι η Αθήνα είχε παραβιάσει τήν 30ετή ειρήνη, δέν ήθελε όμως τήν άμεση έναρξη πολεμικών επιχειρήσεων συνετά σκεπτόμενος. Συνέστησε τήν αποστολή πρέσβεων στήν Αθήνα γιά νά ζητήσουν εξηγήσεις καί ταυτόχρονα ν' αρχίσουν πολεμικές προετοιμασίες γιά νά κερδίσουν καί χρόνο. Στήν ψηφοφορία πού ακολούθησε οι Σπαρτιάτες αποφάσισαν ότι πράγματι η Αθήνα είχε παραβιάσει τήν ειρήνη.

Μετά τά Μηδικά καί ενώ αδιαμφισβήτητος ηγέτης τών Ελλήνων είχε αναδειχθεί ο βασιλιάς τής Σπάρτης Παυσανίας, εν τούτοις μέ πολλές αυταρχικές καί λάθος πράξεις του έγινε αντιπαθής ακόμα καί στήν Σπάρτη. Τό αποτέλεσμα ήταν οι άλλες πόλεις νά προτιμούν τούς Αθηναίους, οι οποίοι τελικά έκαναν καί τήν Αθηναϊκή Συμμαχία μέ εισφορές τών πόλεων αυτών. Εκείνη τήν περίοδο ο Θεμιστοκλής κατάφερε μέ πονηριά νά κτίσει τά μακρά τείχη. Ενώ δηλαδή έδωσε εντολή γιά τήν έναρξη τών εργασιών, ο ίδιος πήγε στήν Σπάρτη, όπου ήτο άλλωστε πολύ αγαπητός, γιά νά συνεννοηθεί δήθεν μαζί τους γιά τό θέμα τών τειχών, στήν πραγματικότητα όμως γιά νά κερδίσει χρόνο. Έτσι κατάφερε τελικά νά εξαπατήσει τούς Σπαρτιάτες. Στά χρόνια πού ακολούθησαν έλαμψε καί τό άστρο τού Κίμωνος, ιδιαίτερα μετά τήν διπλή νίκη του (ναυμαχία καί πεζομαχία) στόν Ευρυμέδοντα ποταμό. Η Αθήνα λοιπόν είχε γίνει πανίσχυρη αλλά καί αυτή άρχισε νά είναι καταπιεστική γιά τούς συμμάχους της, οι οποίοι άρχισαν νά δυσανασχετούν καί νά αποστατούν απ' τήν Συμμαχία. Έτσι αναγκάστηκαν νά καταπνίξουν καί τήν επανάσταση τών Θασίων, οι οποίοι ζήτησαν τήν βοήθεια τών Λακεδαιμονίων. Οι τελευταίοι όμως όχι μόνο δέν ανταποκρίθηκαν, αλλά καί οι ίδιοι ζήτησαν τήν βοήθεια τών Αθηναίων γιά νά αντιμετωπίσουν τούς επαναστατήσαντας Είλωτες (Μεσσήνιους), οι οποίοι θέλησαν νά εκμεταλλευτούν ισχυρό σεισμό πού συνέβη στήν περιοχή. Οι Μεσσήνιοι εκδιώχθηκαν καί οι Αθηναίοι τούς εγκατέστησαν στήν Ναύπακτο, τήν οποία είχαν κυριεύσει προσφάτως από τούς Οζόλας Λοκρούς. Αλλά καί οι Μεγαρείς εγκατέλειψαν τούς Λακεδαιμονίους καί προσεχώρησαν στήν Αθηναϊκή Συμμαχία, επειδή πιεζόταν απ' τόν πόλεμο πού τούς έκαναν οι Κορίνθιοι λόγω συνοριακών διαφορών εξάπτοντας έτσι καί τό μίσος τών τελευταίων κατά τών Αθηναίων. Τό πρώτον συγκρούστηκαν οι Αθηναίοι μέ τούς Κορινθίους καί Επιδαυρίους, όταν επεχείρησαν απόβαση στήν Αλιάδα, όπου καί ηττήθηκαν. Μετά περιήλθαν σέ πόλεμο μέ τούς Αιγινήτες, τούς οποίους κατεναυμάχησαν καί στήν συνέχεια πολιορκούσαν. Οι Κορίνθιοι εν τώ μεταξύ επέδραμαν στήν Μεγαρίδα σέ υπεράσπιση τής οποίας εστάλησαν καί Αθηναίοι. Η νίκη διεκδικήθηκε κι απ' τίς δύο πλευρές, αλλά μάλλον οι Αθηναίοι νίκησαν. Αλλά καί οι Σπαρτιάτες μέ 1500 οπλίτες καί 10.000 συμμάχους τους εξεστράτευσαν κατά τών Φωκαίων υπό τόν Νικομήδη (γιό τού Κλεομβρότου) πού επετρόπευε τόν ανήλικο βασιλιά Πλειστοάνακτα (γιό τού Παυσανία) νικώντας τους. Οι Φωκείς είχαν εκστρατεύσει κατά τού Βοιού, τού Κυτινίου και τού Ερινεού, πού ανήκαν στούς Δωριείς. Καί ενώ οι Λακεδαιμόνιοι μελετούσαν τήν επιστροφή τους, συνήφθη η μάχη τής Τανάγρας μέ 14000 Αθηναίους καί Θεσσαλικό ιππικό, τό οποίο όμως λιποτάκτησε στούς Λακεδαιμονίους. Νικητές αναδείχτηκαν οι Σπαρτιάτες, οι οποίοι μετά ταύτα γύρισαν στήν χώρα τους. Μετά δίμηνο περίπου οι Αθηναίοι υπό τόν Μυρωνίδη εξεστράτευσαν κατά τών Βοιωτών, νίκησαν στά Οινόφυτα, έγιναν κύριοι τής Βοιωτίας καί τής Φωκίδος καί κατεδάφισαν τά τείχη τής Τανάγρας λαβόντες καί 100 ομήρους, συμπλήρωσαν τά δικά τους τείχη καί υπέταξαν καί τούς Αιγινήτες. Επίσης μέ τόν στόλο τους υπό τόν Τολμίδη, γυιό τού Τολμαίου, έκαψαν τόν ναύσταθμο τών Λακεδαιμονίων (Γύθειο), κατέλαβαν τήν Χαλκίδα, απεβιβάστηκαν καί στήν Σικυώνα καί νίκησαν στήν μάχη πού ακολούθησε. Επίσης μέ συμμάχους τους κατέπλευσαν στήν Αίγυπτο γιά νά στηρίξουν επανάσταση κατά τού βασιλιά τών Περσών Αρταξέρξη.

 Μετά πάντως από 6 χρόνια κατάφεραν οι Πέρσες μέ τόν Μεγάβυζο νά καταπνίξουν τήν επανάσταση καί νά καταστρέψουν τόν στόλο τών Ελλήνων. Προηγουμένως είχαν αποτύχει οι προσπάθειες διά τού Μεγαβάζου νά πείσουν τούς Λακεδαιμόνιους μέ χρήματα νά εισβάλουν στήν Αττική. Ολίγον χρόνο αργότερα 1000 Αθηναίοι υπό τόν Περικλή τού Ξανθίππου, κατέπλευσαν κατά μήκος τής Σικυώνος καί αφού νίκησαν μετά από απόβαση πού πραγματοποίησαν παρέλαβαν μερικούς Αχαιούς καί κατέπλευσαν κατά τών Οινιάδων καί μετά από αποτυχημένη πολιορκία τήν εγκατέλειψαν. Μετά τρία χρόνια συνωμολογήθηκε συνθήκη πενταετούς ειρήνης μεταξύ Πελοποννησίων καί Αθηναίων. Έτσι οι Αθηναίοι μέ τόν Κίμωνα εξεστράτευσαν κατά τής Κύπρου, όπου καί ο θάνατος τού Κίμωνος, οπότε επέστρεψαν εις τά ίδια παρά τήν νίκην πού κατήγαγαν νεκρού όντος τού Κίμωνος κατά τών Φοινίκων, Κιλίκων καί Κυπρίων. Τήν περίοδο εκείνη ενέσκηψε κι ο λοιμός στήν Αθήνα. Μετά ταύτα οι Λακεδαιμόνιοι ενεπλάκησαν στόν Ιερό Πόλεμο καί καταλαβόντες τό ιερό τών Δελφών τό παρέδωσαν στούς κατοίκους αυτών. Αλλά αφού αποχώρησαν, οι Αθηναίοι τό επανακατέλαβαν καί τό παρέδωσαν στούς Φωκείς. Μετά από λίγο καιρό οι Αθηναίοι εξεστράτευσαν μέ τό Τολμίδη κατά τού Ορχομενού καί τής Χαιρωνείας. Παρά τίς αρχικές τους επιτυχίες αναγκάστηκαν νά αποσυρθούν καί οι Βοιωτοί ανέκτησαν τήν ανεξαρτησία τους. Ολίγο μετά μέ τόν Περικλή εξεστράτευσαν κατά τής Ευβοίας πού επαναστάτησε, αλλά αναγκάστηκε νά γυρίσει γιατί καί τά Μέγαρα επανεστάτησαν. Εν τώ μεταξύ καί οι Λακεδαιμόνιοι μέ τόν Πλειστοάνακτα εισέβαλαν στήν Αττική, έφτασαν μέχρι τήν Ελευσίνα καί αφού ερήμωσαν τήν περιοχή γύρισαν πίσω. Τότε καί ο Περικλής εξεστράτευσε πάλι κατά τής Ευβοίας, τήν οποία υπέταξε ολοσχερώς. Μετά τήν επιστροφή τους απ' τήν Εύβοια συνωμολόγησαν τήν Τριακονταετή Ειρήνη μέ τούς Λακεδαιμονίους. Κατά τό έκτο έτος αυτής έγινε εκστρατεία κατά τής Σάμου, η οποία είχε αποστατήσει. Αφού νίκησαν πρόσκαιρα οι Σάμιοι, υποτάχτηκαν τελικά στούς Αθηναίους μετά 9μηνη πολιορκία. Επίσης υποτάχτηκαν καί οι Βυζάντιοι.

Μετά παρέλευση ολίγων ετών συνέβησαν τά Κερκυραϊκά καί τά Ποτειδαιατικά πού προαναφέρθηκαν. Η δύναμη τών Αθηνών είχε ανέβη πολύ καί άρχισαν νά βάζουν χέρι καί στούς Συμμάχους τών Λακεδαιμονίων. Καί ενώ οι τελευταίοι στήν αρχή αδιαφορούσαν, στό τέλος θεώρησαν υπευθύνους τούς Αθηναίους γιά τήν παράβαση τής 30ετούς Ειρήνης καί ρώτησαν τό Μαντείο τών Δελφών, άν πρέπει νά αναλάβουν τόν πόλεμο. Η απάντηση ήταν ότι άν διεξάγουν τόν πόλεμο μέ όλες τους τίς δυνάμεις θά νικήσουν καί ο ίδιος (ο θεός) θά τούς βοηθήσει είτε τόν επικαλεσθούν είτε όχι. Έτσι συγκάλεσαν πάλι τούς συμμάχους τους γιά ν' αποφασίσουν, κι αυτοί πράγματι κατηγορούσαν τούς Αθηναίους, ιδιαίτερα οι Κορίνθιοι πού ανησυχούσαν γιά τήν Ποτείδαια είπαν μεταξύ άλλων:
ψηφίσασθε τόν πόλεμον μή φοβηθέντες τό αυτίκα δεινόν, τής δ' απ' αυτού διά πλείονος ειρήνης επιθυμήσαντες. Εκ πολέμου μέν γάρ ειρήνη μάλλον βεβαιούται, αφ' ησυχίας δέ μή πολεμήσαι ούχ ομοίως ακίνδυνον.

Έτσι αποφάσισαν τόν πόλεμο χωρίς νά τόν ξεκινήσουν όμως άμεσα λόγω τού απαράσκευου. Άρχισαν μάλιστα διάφορες αιτιάσεις, ώστε, άν αρνιόταν νά τίς ικανοποιήσουν οι Αθηναίοι, νά είχαν καλύτερες προφάσεις γιά πόλεμο. Η πρώτη αιτίαση ήταν ο εξαγνισμός τού ανουσιουργήματος κατά τής θεάς Αθηνάς (Κυλώνειον άγος, θανάτωση ικέτιδων τής θεάς) ελπίζοντας ν' αποδυναμώσουν καί τόν Περικλή, ο οποίος εμπλεκόταν στό άγος λόγω τής καταγωγής τής γυναίκας του. Ο Περικλής εξωθούσε τούς Αθηναίους στόν πόλεμο. Αλλά καί οι Αθηναίοι ζήτησαν απ' τούς Σπαρτιάτες νά εξαγνίσουν τό άγος τού Ταινάρου (φόνος Ειλώτων πού προσέφυγαν ικέτες στό ναό τού Ποσειδώνος στό Ταίναρο) καί τό άγος τής χαλκιοίκου Αθηνάς (περίπτωση Παυσανία). Οι Λακεδαιμόνιοι κατηγόρησαν μέ πρέσβεις στήν Αθήνα τόν Θεμιστοκλή ως υπεύθυνο τού "μηδισμού" τού Παυσανία καί ζήτησαν νά επιβληθεί καί σ' αυτόν η ποινή τού θανάτου. Οι Αθηναίοι συμφώνησαν καί από κοινού μέ τούς Λακεδαιμονίους άρχισαν τόν διωγμό τού Θεμιστοκλή. Ο τελευταίος αναζήτησε τελικά άσυλο στήν Κέρκυρα, αλλά δέν τού δώσανε. Μετά κατέφυγε στόν Άδμητο, βασιλιά τών Μολοσσών, πού τού έδωσε άσυλο μετά τήν παρέμβαση τής γυναίκας του. Τελικά όμως ο Θεμιστοκλής αναγκάστηκε νά καταφύγει στήν Ιωνία, στόν γιό τού τού Ξέρξη, Αρταξέρξη. Αφού τού υποσχέθηκε ότι θά τόν ωφελήσει άν τόν δεχτεί, τού ζήτησε ένα χρόνο προθεσμία γιά νά μάθει Περσικά καί νά τού εξηγήσει ο ίδιος πώς θά τόν ωφελούσε. Ο Αρταξέρξης τόν έκανε σατράπη τής Μαγνησίας, αλλά τελικά ο Θεμιστοκλής πέθανε χωρίς ποτέ νά τόν ωφελήσει. Μερικοί λένε ότι αυτοκτόνησε ακριβώς επειδή δέν ήθελε νά βοηθήσει τούς Πέρσες κατά τής πατρίδος του. Τά οστά του μεταφέρθηκαν κρυφά στήν Αθήνα όπου καί ετάφησαν. Οι Λακεδαιμόνιοι εν συνεχεία ζητούσαν τήν λύση τής πολιορκίας τής Ποτείδαιας καί τήν απελευθέρωση τών Αιγινητών, κυρίως όμως ζητούσαν τήν ανάκληση τού περί Μεγαρέων Ψηφίσματος, διά τού οποίου απαγορευόταν σ'αυτούς ( τούς Μεγαρείς) η χρήση τής Αττικής αγοράς καί τών λιμένων τής Αθηναϊκής ηγεμονίας. Αλλά οι Αθηναίοι δέν δεχόταν καί κατηγορούσαν τούς Μεγαρείς ότι επεξέτειναν τίς καλλιέργειές τους καταχρηστικώς επί τής ιεράς γής καί ότι εδέχοντο τούς δραπετεύοντας δούλους τους. Τελικά ήρθε η τελευταία πρεσβεία από τήν Σπάρτη καί ζητούσε απ' τούς Αθηναίους ν' αποδώσουν τήν ανεξαρτησία στούς Έλληνες, προκειμένου νά διατηρηθεί η ειρήνη. Οι Αθηναίοι άκουσαν τήν εισήγηση τού Περικλή καί απάντησαν ότι θά ανακαλέσουν τό ψήφισμα άν καί οι Λακεδαιμόνιοι παύσουν τίς ξενηλασίες κατά τών Αθηναίων καί τών συμμάχων τους. Είπαν μάλιστα ότι δεχόταν διαιτησία καί ότι δέν θά έκαναν αυτοί αρχή στόν πόλεμο πού επέκειτο. Μετά ταύτα οι πρέσβεις γύρισαν στήν Σπάρτη καί έκτοτε δέν υπήρξε άλλη πρεσβεία.


Βιβλίο Β΄
1ο έτος


Από τό σημείο αυτό αρχίζει καί η εξιστόρηση τού πολέμου. Η τριακονταετής ειρήνη διήρκησε 14 έτη μετά τήν υποταγή τής Ευβοίας. Κατά τήν άνοιξη τού 15ου έτους οι Θηβαίοι εισήλθαν στήν Πλάταια, σύμμαχο τών Αθηναίων, καί προσπάθησαν νά καταλάβουν τήν πόλη μέ προδοσία. Απέτυχαν όμως καί οι Πλαταιείς σκότωσαν ακόμα καί τούς αιχμαλώτους. Μετά ταύτα έστειλαν καί πρέσβεις στήν Αθήνα καί η τελευταία έστειλε φρουρά καί τρόφιμα στήν Πλάταια. Αυτό ήταν τό τέλος τής 30ούς ειρήνης. Καί οι δύο πλευρές άρχισαν τίς προετοιμασίες καί τίς προσπάθειες νά προσεταιριστούν τόν Πέρση βασιλιά.
Οι περισσότερες πόλεις πάντως ήταν μάλλον μέ τό μέρος τών Λακεδαιμονίων, οι οποίοι άλλωστε διεκήρυττον ότι θά απελευθερώσουν όλες τίς πόλεις απ' τήν Αθηναϊκή κυριαρχία καί ετοίμαζαν πρός τούτο στόλο εκ 500 πλοίων. Σύμμαχοι τών Λακεδαιμονίων ήταν όλοι οι εντός τού Ισθμού πλήν τών Αργείων καί τών Αχαιών (αργότερα καί οι Αχαιοί), οι Μεγαρείς, οι Φωκείς, οι Λοκροί, οι Βοιωτοί, οι Αμπρακιώτες, οι Λευκάδιοι καί οι Ανακτόριοι. Σύμμαχοι τών Αθηναίων ήταν οι Χίοι, οι Λέσβιοι, οι Πλαταιείς, οι κατοικούντες τήν Ναύπακτο Μεσσήνιοι, οι περισσότεροι Ακαρνάνες, οι Κερκυραίοι, οι Ζακύνθιοι, οι Κάριοι, οι γείτονες τών Καρίων Δωριείς, η Ιωνία, ο Ελλήσποντος, τά παράλια τής Θράκης, καί οι ανατολικώς τής Πελοποννήσου νήσοι πλήν τής Μήλου καί τής Θήρας. Αρχηγός τών Λακεδαιμονίων ήταν ο βασιλιάς Αρχίδαμος, ενώ τών Αθηναίων ο Περικλής.

80 μέρες μετά τά γεγονότα τών Πλαταιών ο Αρχίδαμος εξεστράτευσε κατά τής Αττικής καί εστρατοπέδευσε στίς Αχαρνές, αφού προηγουμένως κωλυσιεργούσε καί δέν κατάφερε τελικά νά κυριεύσει τήν Οινόη, όπου οι Αθηναίοι διατηρούσαν φρουρά. Οι Αχαρνές ήταν απ' τούς μεγαλύτερους δήμους τών Αθηνών καί διέθετε 3.000 οπλίτες. Ο Αρχίδαμος απ' τήν αρχή δέν ήταν παθιασμένος υπέρ τού πολέμου, ήταν άλλωστε μάλλον φίλος τών Αθηναίων καί ήθελε νά εξαντλήσει όλα τά περιθώρια ελπίζοντας ότι κάποια στιγμή οι Αθηναίοι θά υποχωρήσουν. Απ' τήν άλλη πλευρά ο Περικλής παρά τίς πιέσεις καί τίς έριδες τών Αθηναίων δέν έβγαινε πρός συνάντηση τών Λακεδαιμονίων, αλλ' απέστειλε στόλο 100 πλοίων νά περιπλεύσουν τήν Πελοπόννησο λεηλατώντας τίς ακτές υφιστάμενος τήν δενδροτόμηση τής Αττικής, στήν οποία προέβαιναν οι Σπαρτιάτες όσο είχαν καί αυτοί προμήθειες. Όταν εξαντλήθηκαν αυτές επέστρεψαν στήν Πελοπόννησο, τό στράτευμα διελύθη καί ο καθείς γύρισε στήν πόλη του.

Οι Αθηναίοι εγκαθιστούσαν φρουρές όπου νόμιζαν ότι πρέπει, εξόπλισαν δέ 100 τριήρεις γιά αποκλειστική χρήση σέ περίπτωση άμεσου κινδύνου. Επίσης ψήφισαν νόμο σύμφωνα μέ τόν οποίο, όποιος εισηγηθεί τήν χρήση τών 1.000 ταλάντων πού πήραν απ' τήν Ακρόπολη, γιά άλλη χρήση πέραν εκείνης πού θά επιβαλλόταν μέ τήν εισβολή ξένων πλοίων στόν Πειραιά, νά θανατώνεται. Εν τώ μεταξύ τά 100 πλοία πού περιέπλεαν τήν Πελοπόννησο συνεπικουρούμενα από άλλα 50 Κερκυραϊκά, επραγματοποίουν ερημώσεις στά παράλια. Επεχείρησαν μάλιστα νά καταλάβουν τήν Μεθώνη, δέν τά κατάφεραν όμως εξ αιτίας τού Σπαρτιάτη Βρασίδα, πού ήταν στήν περιοχή μέ 100 άνδρες, καί έσπευσε σέ βοήθεια τής πόλης. Ο Βρασίδας τιμήθηκε γι αυτό αργότερα απ' τήν Σπάρτη. Επίσης άλλα 30 Αθηναϊκά πλοία επεχείρουν αποβάσεις στήν Λοκρίδα καί προστάτευαν τήν Εύβοια. Τό ίδιο θέρος εξεδίωξαν καί τούς Αιγινήτες είτε επειδή θεωρούσαν ότι αυτοί υποδαύλιζαν τόν πόλεμο κατά τών Αθηναίων, είτε επειδή προτιμούσαν νά κατοικείται η Αίγινα από Αθηναίους λόγω τής στρατηγικής της θέσης βρισκόμενη πολύ κοντά στήν Πελοπόννησο. Στούς Αιγινήτες οι Σπαρτιάτες παρεχώρησαν γή μεταξύ Λακωνικής καί Αργολίδος, επειδή κι αυτοί τούς είχαν βοηθήσει τήν εποχή τού σεισμού. Τόν ίδιο καιρό παρατηρήθηκε έκλειψη ηλίου, ενώ οι Αθηναίοι συνήψαν συμμαχία μέ τόν Σιτάλκη, βασιλιά τών Θρακών αλλά και τού Περδίκκα τών Μακεδόνων. Εν τώ μεταξύ ο Αθηναϊκός στόλος κατέλαβε τό Σόλιον, πολίχνη τών Κορινθίων, καί τήν παρέδωσαν στούς Ακαρνάνες Παλαιρείς. Επίσης κατέλαβαν τόν Αστακό καί αφού εξεδίωξαν τόν τύραννο Εύαρχο, προσήρτησαν τήν πόλη στήν συμμαχία τους. Τό φθινόπωρο εισέβαλαν στήν Μεγαρίδα μέ όλες τους τίς δυνάμεις (10.000 οπλίτες) υπό τόν Περικλή καί ερήμωσαν τήν περιοχή. Τόν χειμώνα όμως τού ιδίου έτους ο Ακαρνάν Εύαρχος μέ τήν βοήθεια τών Κορινθίων αποκαταστάθηκε στόν Αστακό. Τόν ίδιο χειμώνα οι Αθηναίοι σύμφωνα μέ πατροπαράδοτο έθιμο ετέλεσαν δημοσία δαπάνη τήν κηδεία τών πρώτων νεκρών στό Δημόσιο Σήμα καί ο Περικλής εκφώνησε τόν περίφημο επιτάφιό του .
Έτσι έκλεισε ο 1ος χρόνος τού πολέμου.


2ο έτος

Τό επόμενο θέρος πάλι οι Λακεδαιμόνιοι υπό τόν Αρχίδαμο εισέβαλαν καί δήωναν τήν Αττική. Τότε δέ ενέσκηψε καί ο θανατηφόρος λοιμός, πού έπληξε κυρίως τήν Αθήνα, προερχόμενος απ' τήν Αιθιοπία. Από τήν νόσο προσεβλήθη καί ο Θουκυδίδης καί τήν περιγράφει μέ τά μελανότερα χρώματα. Η νόσος ήτο τόσο φθοροποιός σέ ανθρώπους καί ζώα, πού πολλοί θυμήθηκαν τόν χρησμό πού δόθηκε στούς Λακεδαιμονίους όταν ρώτησαν τόν θεό γιά τόν πόλεμο, κι αυτός τούς απάντησε ότι θά βοηθήσει κι ο ίδιος άν πολεμήσουν μέ όλες τους τίς δυνάμεις. Έτσι εκείνο τό θέρος οι Αθηναίοι εμαστίζοντο τόσο από τόν λοιμό όσο κι απ' τίς δηώσεις τών Λακεδαιμονίων πού έμειναν στή Αττική επί 40 μέρες καί εδενδροτόμουν μέχρι καί τό Λαύριο. Αντίστοιχα οι Αθηναίοι έστειλαν τόν στόλο τους καί ερήμωνε περιοχές τής Πελοποννήσου. Αλλά καί κατά τής Ποτείδαιας έστειλαν δυνάμεις (4.000) υπό τόν Άγνωνα, χωρίς νά καταφέρουν όμως νά κυριεύσουν τήν πόλη, τής οποίας η πολιορκία συνεχιζόταν. Έτσι γύρισαν πίσω μετά από παραμονή 40 ημερών κι αφού πέθαναν 1.050 οπλίτες απ' τόν λοιμό. Έτσι οι Αθηναίοι τά έβαζαν πάλι μέ τόν Περικλή, πού τόν θεωρούσαν υπεύθυνο τής καταστροφής καί τού πολέμου κι αυτός αναγκάστηκε νά συγκαλέσει τήν συνέλευσι τού λαού γιά νά τούς εμψυχώσει.
" ... εγώ γάρ ηγούμαι πόλιν πλείω ξύμπασαν ορθουμένην ωφελείν τούς ιδιώτας ή καθ' έκαστον τών πολιτών ευπραγούσαν, αθρόαν δέ σφαλλομένην. ... δουλοί γάρ φρόνημα τό αιφνίδιον καί απροσδόκητον καί τώ πλείστω παραλόγω ξυμβαίνον. ... αίσχιον δέ έχοντας αφαιρεθήναι ή κτωμένους ατυχήσαι ... οίτινες πρός τάς ξυμφοράς γνώμη μέν ήκιστα λυπούνται, έργω δέ μάλιστα αντέχουσιν, ούτοι καί πόλεων καί ιδιωτών κράτιστοι εισίν."

Καί πράγματι κατάφερε ο Περικλής νά ανυψώσει τό ηθικό τών Αθηναίων πληρώνοντας κι αυτός ένα πρόστιμο. Δυστυχώς όμως επέζησε μόνο 2 έτη καί 6 μήνες απ' τήν έναρξη τού πολέμου. Έτσι οι Αθηναίοι στερήθηκαν έναν ικανότατο άνδρα πού μέ τήν ρητορικήν του δεινότητα αλλά καί τήν συνετή του πολιτική κατάφερνε νά πείθει πάντα τά πλήθη, πότε τήν αλαζονεία τους μετριάζοντας καί πότε τό ηθικό τους ανυψώνοντας. Μετά από αυτόν αναδείχτηκαν άνδρες, πού ενώ ήσαν ίσοι μεταξύ τους προσπαθούσαν νά ξεπεράσουν ο ένας τόν άλλο μέ πράξεις, πού άν πετύχαιναν θά ωφελούσαν λίγους, ενώ άν αποτύγχαναν θά έβλαπταν τή πόλη. Δέν ακολούθησαν τήν στρατηγική τού Περικλή σύμφωνα μέ τήν οποία θά νικούσαν μόνον άν σιγά - σιγά έφθειραν τόν αντίπαλο καί δέν διακινδύνευαν τήν πόλη.

Κατά τήν διάρκεια τού ιδίου θέρους οι Λακεδαιμόνιοι κατέπλευσαν μέ 100 πλοία κατά τής Ζακύνθου, η οποία άν καί αποικία τών Αχαιών ήταν σύμμαχος τών Αθηναίων. Ερήμωσαν μεγάλο μέρος τού νησιού αλλά δέν κατάφεραν νά τούς αναγκάσουν σέ συνθηκολόγηση καί απέπλευσαν. Κατά τό τέλος τού ιδίου θέρους πρέσβεις πού εστάλησαν διά ξηράς πρός τόν Πέρση βασιλιά γιά νά ζητήσουν βοήθεια αλλά συνελήφθησαν απ' τόν γιό τού Σιτάλκη, παραδόθηκαν στούς Αθηναίους καί αυτοί τούς εφόνευσαν χωρίς δίκη. Τόν ίδιο καιρό 30 πλοία υπό τόν Αθηναίο στρατηγό Φορμίωνα προσέτρεξαν σέ βοήθεια εξορισθέντων Αμπρακιωτών, πού είχαν καταλάβει τήν πόλη τους καί από κοινού μέ τούς Ακαρνάνες, υπό τήν προστασία τών οποίων είχαν τεθεί οι εξόριστοι, εξεδίωξαν τούς Αμπρακιώτες κι από τότε οι Ακαρνάνες ήταν σύμμαχοι τών Αθηναίων. Η σπουδαιότερη πόλη τού κράτους τών Αμφιλοχιτών ήταν τό Άργος (τό Αμφιλοχικόν) τό οποίον εκτίσθη απ' τόν Αμφίλοχο τόν γιό τού Αμφιαράου, βασιλιά τού Άργους. Στήν αρχή μάλιστα οι Αμπρακιώτες ζούσαν μαζί μέ τούς Αργείους. Αργότερα όμως εξανδραπόδισαν τούς τελευταίους κι έκτοτε χρονολογείται τό μίσος Αμπρακιωτών - Αργείων. Κατά τήν διάρκεια τού χειμώνα οι Αθηναίοι μέ τόν Φορμίωνα σταθμεύουν στή Ναύπακτο καί αποκλείουν τόν Κορινθιακό κόλπο, ενώ οι Ποτειδαιάτες παραδίδουν τήν πόλη τους υπό όρους στούς Αθηναίους στρατηγούς. Μερικοί Ποτειδαιάτες αναγκάστηκαν νά φάνε ανθρώπινο κρέας διαρκούσης τής πολιορκίας. Αλλά καί οι Αθηναίοι πολύ εταλαιπωρούντο καί καταξοδευόταν. Έτσι πέρασε καί τό 2ο έτος τού πολέμου.


3ο έτος

Κατά τό θέρος τού επομένου έτους οι Πελοποννήσιοι υπό τόν βασιλιά Αρχίδαμο εξεστράτευσαν κατά τών Πλαταιών καί παρά τίς προσπάθειες διά πρέσβεων νά αποτραπεί η σύγκρουσίς τους ενθυμούμενοι όρκους καί υποσχέσεις πού δόθηκαν επί Παυσανία μετά τήν περίφημη μάχη τών Πλαταιών, η σύγκρουσις επήλθε. Πλέον τού διμήνου προσπαθούσε ο Αρχίδαμος νά καταλάβει τήν πόλη χωρίς μάχες καί αφού δέν τό κατάφερε, προέβη σέ τακτική πολιορκία πού τήν ανέθεσε μετά τίς προετοιμασίες σέ 80 οπλίτες καί τούς Θηβαίους ενώ τό υπόλοιπο στράτευμα απήλθε. Αλλά καί οι Αθηναίοι τό ίδιο θέρος έκαναν αποτυχημένη εκστρατεία στήν Χαλκιδική. Οι Λακεδαιμόνιοι τόν ίδιο καιρό παρακινούμενοι απ' τούς Αμπρακιώτες (Κορίνθιοι άποικοι) επεχείρησαν νά αποσπάσουν τούς Ακαρνάνες απ' τήν Αθηναϊκή Συμμαχία. Εξεστράτευσαν λοιπόν μαζί μέ Λευκάδιους, Αμπρακιώτες καί βαρβάρους Χάονες καί άλλους τής περιοχής κατά τής πόλης Στράτος χωρισμένοι όμως σέ τρείς ανεξαρτήτους φάλαγγες. Η επιχείρηση απέτυχε αφού οι βάρβαροι Χάονες θεώρησαν ότι μόνοι τους θά καταλάμβαναν τήν πόλη καί επιτέθηκαν μέ αλλαλαγμούς. Ηττήθηκαν όμως απ' τούς Ακαρνάνες καί επιστρέφοντας συμμαζεύτηκαν στό στρατόπεδο τών Ελλήνων υπό τόν Λακεδαιμόνιο Κνήμο. Έτσι ο Κνήμος παραιτήθηκε απ' τήν κατάληψη τής πόλης, αφού καί ο στόλος τών Κορινθίων δέν είχε φανεί, πού θά βοηθούσε κι αυτός στήν κατάληψη τής Ακαρνανίας. Πρός βοήθειά του είχαν έλθει μόνο απ' τήν πόλη τών Οινιάδων. Εν τώ μεταξύ καί ενώ ο στόλος τών Κορινθίων αποτελούμενος από 47 πλοία ήτο παρασκευασμένος γιά αποστολή σέ ξηρά, αναγκάστηκε νά ναυμαχήσει μέ τά 20 πλοία τού Αθηναίου Φορμίωνα πού φύλαγε τήν Ναύπακτο καί υπέστη πανωλεθρία. Τά διασωθέντα πλοία ήρθαν στήν Κυλήνη, όπου έφτασε καί ο Κνήμος μέ τούς "πεζικάριους". Από τήν Σπάρτη όμως έστειλαν συμβούλους τόν Βρασίδα καί άλλους καί ετοίμαζαν νέα ναυμαχία αφού συγκέντρωσαν νέο στόλο από 77 πλοία. Αλλά κι ο Φορμίων ζήτησε ενισχύσεις απ' τήν Αθήνα, η οποία τού έστειλε άλλα 20 πλοία, τά οποία όμως χρονοτριβούσαν στήν Κρήτη. Αφού οι αρχηγοί καί τών δύο παρατάξεων εμψύχωσαν μέ ομιλίες τους τούς στρατιώτες, μετά παρέλευσι 6-7 ημερών συγκρούστηκαν οι στόλοι μέ τήν μπλόφα τού Κνήμου, ότι θά καταπλεύσει στήν Ναύπακτο. Αρχικά οι Λακεδαιμόνιοι πέτυχαν νά αποκλείσουν τά 9 απ' τά 20 Αθηναϊκά σκάφη αλλά απέτυχαν στήν άτακτη προσπάθεια νά κυνηγήσουν τά υπόλοιπα πλοία πού κατέφυγαν στήν Ναύπακτο. Έτσι τρόπαια έστησαν καί οι δύο πλευρές. Μετά ταύτα οι μέν Λακεδαιμόνιοι επανήλθαν στά ίδια, οι δέ Αθηναίοι ενισχύθηκαν μέ τά 20 πλοία πού ήλθαν εν τώ μεταξύ απ' τήν Κρήτη.

Στό τέλος τού ιδίου θέρους οι Λακεδαιμόνιοι κατάφεραν ν' αποβιβαστούν στήν Σαλαμίνα καί νά συλλάβουν 3 πλοία, ενώ αρχικά σκόπευαν νά καταπλεύσουν στόν αφύλακτο έως τότε Πειραιά. Τόν ίδιο περίπου καιρό στίς αρχές τού χειμώνα, εξεστράτευσε ο Σιτάλκης, βασιλιάς τών Οδρυσών (Θράκες) μέ πολλά θρακικά φύλα (150.000 στρατιώτες) εναντίον τού Περδίκκα τής Μακεδονίας έχοντας μαζί του καί τόν Αμύντα, γιό τού Φιλίππου καί ανηψιό τού Περδίκκα. Παρά τό γεγονός ότι έμεινε περίπου ένα μήνα σέ Μακεδονία καί Χαλκιδική ερημώνοντας τίς χώρες, δέν κατάφερε τόν σκοπό του, νά ανατρέψει δηλαδή τόν Περδίκκα. Ο τελευταίος άλλωστε ήλθε σέ συνεννόηση μέ τόν Σεύθη, βασιλιά τών Σκυθών (;) στόν οποίο έδωσε τήν αδελφή του Στρατονίκη γιά σύζυγο μέ πολλή προίκα καί ο οποίος έπεισε τόν Σιτάλκη νά επιστρέψει, συνεπικουρούσης καί τής κακοκαιρίας. Τόν ίδιο χειμώνα η Αθηναϊκή φρουρά τής Ναυπάκτου εξεστράτευσε στήν Ακαρνανία υπό τόν Φορμίωνα μέ 400 Αθηναίους καί 400 Μεσσηνίους. Κατέπλευσε στόν Αστακό, προχώρησε δέ καί στό εσωτερικό αντικαθιστώντας τίς ηγεσίες μέ άλλους πού είχαν περισσότερη εμπιστοσύνη. Κατά τών Οινιαδών, πού μόνοι απ' τούς Ακαρνάνες ήταν παραδοσιακά εχθροί τών Αθηναίων δέν επεχείρησαν εκστρατεία, διότι κατά τόν χειμώνα ο Αχελώος καθιστά τήν πόλη απόρθητο μέ τά έλη πού δημιουργεί. Έτσι γύρισαν στήν Ναύπακτο καί τήν άνοιξη έπλευσαν στήν Αθήνα. Έτσι έληξε τό τρίτο έτος τού πολέμου.

4ο έτος

Τό επόμενο θέρος οι Λακεδαιμόνιοι εξεστράτευσαν στήν Αττική καί εδήωναν τήν περιοχή μέχρις ότου εξαντλήθηκαν τά αποθέματά τους, οπότε επέστρεψαν στήν χώρα τους. Μετά τήν απόσυρσή τους επανεστάτησαν οι Λέσβιοι, πλήν τής Μυθήμνης, κατά τών Αθηναίων καί οι τελευταίοι απέκλεισαν ναυτικά τήν νήσο. Τήν ίδια εποχή εξεστράτευσε κατά τών Οινιαδών ο γυιός τού Φορμίωνος Ασώπιος συγκαλέσας γενική επιστράτευση τών Ακαρνάνων. Απέτυχε όμως νά υποτάξει τήν πόλη καί κατέπλευσε στήν Λευκάδα, όπου καί έκανε απόβαση. Επιστρέφοντας όμως στά πλοία σκοτώθηκε μαζί μέ άλλους στρατιώτες κι έτσι οι Αθηναίοι απέπλευσαν καί μετά από αυτή τήν αποτυχία. Εν τώ μεταξύ Λέσβιοι πρέσβεις έπεισαν τούς Λακεδαιμονίους καί τούς συμμάχους τους νά δεχτούν στήν συμμαχία τους καί τήν Μυτιλήνη. Κατά προτροπή μάλιστα αυτών εισέβαλαν ξανά στήν Αττική καί ετοιμαζόταν γιά επίθεση κατά τών Αθηνών από ξηρά καί θάλασσα. Οι σύμμαχοί τους όμως εβράδυναν καί ήταν απρόθυμοι νά βοηθήσουν αφού ήταν απασχολημένοι μέ τήν συγκομιδή τών καρπών. Οι Αθηναίοι όμως αντελήφθησαν τίς προετοιμασίες καί έκαναν επίδειξη δυνάμεως μέ 100 τριήρεις πού έπλευσαν στόν Ισθμό κι έκαναν αποβάσεις κατά βούληση. Εκείνη τήν εποχή οι Αθηναίοι διατηρούσαν πανίσχυρο στόλο εκ 250 τριήρεων, αλλ' είχαν εξαντλήσει καί τό ταμείο τους γιά τήν συντήρησή του. Οι Σπαρτιάτες κατόπιν τούτων αποθαρρύνθηκαν καί γύρισαν πίσω. Αργότερα όμως πάλι ετοίμασαν στόλο γιά νά τόν στείλουν στήν Λέσβο. Εν τώ μεταξύ οι Μυτιληνιοί εξεστράτευσαν κατά τής Μηθύμνης, αλλ' απέτυχαν νά τήν καταλάβουν κι έφυγαν. Εν συνεχεία καί οι Μηθύμνιοι κατέπλευσαν κι επιχείρησαν νά αλώσουν τήν Άντισσα, αλλ' απέτυχαν καί αυτοί. Αφού έμαθαν αυτά οι Αθηναίοι έστειλαν τόν Πάχητα στρατηγό μέ 10.000 στρατιώτες κι απέκλεισαν τήν Μυτιλήνη καί από ξηράς.

Κατά τήν διάρκεια τού χειμώνα, μία ασέληνη καί βροχερή νύκτα 212 Πλαταιείς κατώρθωσαν νά διαφύγουν τής πολιορκίας τών Σπαρτιατών καί Βοιωτών καί νά φτάσουν στήν Αθήνα. Αλλά καί οι Αθηναίοι είχαν μιά αποτυχία αφού στόλος 13 πλοίων πού μάζευε φόρους γιά τό ταμείο υπέστη επίθεση απ' τούς Κάρες κοντά στόν Μαίανδρο ποταμό καί διεφθάρει. Πρός τό τέλος τού χειμώνα ήρθε μέ πολεμικό πλοίο ο Λακεδαιμόνιος Σάλαιθος καί μπήκε στήν Μυτιλήνη κρυφά καί ενεθάρρυνε τούς Μυτιληναίους λέγοντάς τους ότι επίκειται αφ' ενός επιδρομή Σπαρτιατών στήν Αττική καί αφ' ετέρου αναμένονται στήν Μυτιλήνη 40 συμμαχικά πλοία. Έτσι έληξε καί τό τέταρτο έτος τού πολέμου.

5ο έτος

Τό επόμενο θέρος πράγματι εισέβαλαν ξανά στήν Αττική οι Λακεδαιμόνιοι καί δενδροτομούσαν εκ νέου τήν περιοχή κάνοντας τούς Αθηναίους νά υποφέρουν περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Τά 40 πλοία όμως υπό τόν Αλκίδα εβράδυναν νά πλεύσουν στήν Μυτιλήνη, η οποία αναγκάστηκε νά συνθηκολογήσει μέ τόν Πάχητα παρά τίς προσπάθειες τού Σάλαιθου νά τούς πείσει νά επιχειρήσουν έξοδο πολεμώντας. Έτσι ο Αλκίδας αφού δέν πείστηκε ούτε νά πλεύσει πλέον στήν Μυτιλήνη καί νά επιχειρήσει ανακατάληψη, ούτε τούς Ίωνες νά προσεταιριστεί αποστερώντας τούς Αθηναίους από τήν καλύτερη πηγή προσόδων, αποφάσισε νά γυρίσει πίσω άπρακτος. Ο Πάχης απ' τήν άλλη, αφού κατέπλευσε στόν λιμένα τών Κολοφωνίων Νότιον, τούς απήλλαξε από βαρβάρους καί Αργείους πού είχαν κυριεύσει τήν άνω πόλη. Εν συνεχεία γύρισε στήν Μυτιλήνη κι αφού κράτησε μέρος τής δύναμής του, τούς υπόλοιπους έστειλε στήν Αθήνα, μαζί μέ τόν Σάλαιθο καί τούς υπόλοιπους αιχμαλώτους γιά τήν τύχη τών οποίων θ' αποφάσιζε η Αθήνα, σύμφωνα μέ τούς όρους συνθηκολόγησης. Πράγματι οι Αθηναίοι εκτέλεσαν αμέσως τόν Σάλαιθο, γιά τούς άλλους δέ αποφάσισαν παρασυρόμενοι απ' τόν Κλέωνα καί αυτούς νά θανατώσουν αλλά καί στούς υπόλοιπους Μυτιληνιούς νά επιφέρουν τόν όλεθρο εκδικούμενοι τήν αποστασία τους. Πρός τούτο έστειλαν αγγελιαφόρο στόν Πάχητα. Όμως σύντομα μεταμελήθηκαν καί συνεκάλεσαν τόν Δήμο νά αποφασίσει εκ νέου. Αυτή τή φορά ο Κλέων δέν κατάφερε νά τούς πείσει, αλλ' οι Αθηναίοι πείστηκαν απ' τόν Διόδοτο, πού συνεβούλευε νά θανατωθούν μόνο οι υπαίτιοι τής αποστασίας.

Τό ιδιο θέρος οι Αθηναίοι υπό τόν Νικία κατέλαβον τήν νήσο Μινώα έμπροσθεν τών Μεγάρων, αλλά καί οι Πλαταιείς μή αντέχοντες τήν πείνα αποφάσισαν νά παραδοθούν στούς Λακεδαιμονίους, οι οποίοι τούς υποσχέθηκαν δίκη. Πραγματι ήρθαν δικαστές από τήν Σπάρτη, αλλ' αυτοί δέν απηύθυναν κάποια κατηγορία στούς Πλαταιείς αλλ' απλώς τούς ρώτησαν άν προσέφεραν στόν παρόντα πόλεμο καμμιά υπηρεσία στούς Σπαρτιάτες ή τούς συμμάχους τους. Οι Πλαταιείς πήραν όμως τόν λόγο καί μακρυγόρησαν αναφερόμενοι στίς υπηρεσίες αυτών έναντι τού Παυσανία καί τών λοιπών Ελλήνων υπομημνίσκοντας τήν στάση αυτών όσο καί τών Θηβαίων κατά τά Περσικά. Τόν λόγο πήραν καί οι Θηβαίοι πού ανάμεσα στά άλλα υποστήριξαν ότι δέν "μήδισε" όλη η πόλη κατά τούς πολέμους εκείνους αλλά μόνο οι δεσπότες (τύραννοι), οι οποίοι καταδυνάστευαν καί τόν δήμο αποβλέποντες σέ ίδιον όφελος.

Βιβλίο Γ΄

Τελικά οι Σπαρτιάτες θανάτωσαν τούς 200 Πλαταιείς καί τούς 25 Αθηναίους πού συνεπολιορκούντο. Τήν πόλη παρέδωσαν γιά ένα χρόνο σέ εξορίστους Μεγαρείς καί αργότερα τήν κατέσκαψαν. Απ' τά υλικά κατεδάφισης έκτισαν ναό στήν Ήρα καί ξενώνα. Εν τώ μεταξύ τά 40 πλοία πού προοριζόταν γιά τήν Μυτιλήνη αφού ταλαιπωρήθηκαν διωκώμενα από Αθηναϊκά αλλά καί από τρικυμίες έφτασαν στήν Κυλήνη όπου βρήκαν άλλα 13 τών Λευκαδίων καί τών Αμπρακιωτών. Έτσι 53 πλοία υπό τ
όν Αλκίδα καί τόν Βρασίδα κατέπλευσαν στήν Κέρκυρα όπου θέλησαν νά επωφεληθούν τού εμφυλίου σπαραγμού πού επικρατούσε εκεί. Πράγματι ο εμφύλιος μεταξύ φιλολακώνων ολιγαρχικών καί φιλοαθηναίων δημοκρατικών υποδαυλίστηκε απ' τούς αιχμαλώτους Κερκυραίους πού είχαν συλληφθεί κατά τά γεγονότα τής Επιδάμνου καί αφέθηκαν τώρα ελεύθεροι ακριβώς μ' αυτή τήν ελπίδα. Νά εργαστούν δηλαδή γιά τά συμφέροντα τών Πελοποννησίων. Έτσι τελικά επικράτησε ένας φοβερά ανθρωποκτόνος εμφύλιος σπαραγμός. Τά Πελοποννησιακά πλοία νίκησαν σέ ναυμαχία τά 60 Κερκυραϊκά καί τά 13 Αθηναϊκά πού στάθμευαν στήν Ναύπακτο καί αφού συνέλαβαν 13 πλοία καί προέβησαν σέ ερημώσεις τής απέναντι στεριάς, απέπλευσαν επί τά ίδια. Μέ τό πού αντελήφθησαν αυτό οι Κερκυραίοι καί μέ τήν ασφάλεια πού τούς παρείχαν 60 νέα Αθηναϊκά πλοία υπό τόν Ευρυμέδοντα πού έπλευσαν εκεί μετά όμως τόν απόπλου τών Πελοποννησίων, άρχισαν νά θανατώνουν τούς ολιγαρχικούς. 500 απ' τούς τελευταίους διεκπεραιώθηκαν στήν απέναντι στεριά, κι από 'κεί, όταν έφυγε ο Αθηναϊκός στόλος, εξορμούσαν κατά τής Κερκύρας, η οποία άρχισε νά υποφέρει από πείνα. Αργότερα πέρασαν μόνιμα στό νησί καί αφού οχυρώθηκαν στό όρος Ιστώνη, έγιναν κύριοι τής υπαίθρου. Ταυτόχρονα ζήτησαν πάλι τήν βοήθεια τών Λακεδαιμονίων. Πρός τό τέλους τού θέρους οι Αθηναίοι έστειλαν 20 πλοία στή Σικελία γιά νά υποστηρίξουν τούς Λεοντίνους πού είχαν εμπλακεί σέ πόλεμο μέ τούς Συρακουσίους. Βάσις τών επιχειρήσεών των ήταν τό Ρήγιον, σκοπός δέ τών Αθηναίων ήταν καί η μή τροφοδοσία τής Σπάρτης μέ σίτο απ' τήν Σικελία. Κατά τόν επακολουθήσαντα χειμώνα η νόσος ενέσκηψε καί πάλι στήν Αθήνακαί διήρκεσε αυτή τή φορά 1 έτος ενώ τήν πρώτη φορά είχε διαρκέσει 2 έτη. Απ' τήν νόσο χάθηκαν 4.400 οπλίτες καί 300 ιππείς, ενώ άγνωστος είναι ο αριθμός τών λοιπών κατοίκων. Επίσης τόν χειμώνα αυτό έγιναν καί πολλοί σεισμοί, πρό πάντων στόν Ορχομενό. Τόν ίδιο χειμώνα 30 Αθηναϊκά καί συμμαχικά πλοία κατέπλευσαν στίς νήσους τού Αιόλου, πού ήταν σύμμαχοι τών Συρακοσίων καί αφού εδενδροτόμησαν τήν χώρα, απέπλευσαν χωρίς όμως νά καταφέρουν νά πάρουν μέ τό μέρος τους τούς κατοίκους. Έτσι πέρασε καί τό 5ο έτος τού πολέμου.

6ο έτος

Τό θέρος πού ακολούθησε χαρακτηρίστηκε από σεισμούς πού δημιούργησαν παλιρροϊκά κύματα καί έπληξαν τήν πόλη τών Οροβιών τής Ευβοίας, τήν νήσο Αταλάντη απέναντι απ' τούς Οπουντίους Λοκρούς καί τήν Πεπάρηθο. Ως πρός τίς επιχειρήσεις στήν Σικελία οι Αθηναίοι υπέταξαν τήν Μεσσήνη, καταπλεύσαντες στήν Μήλο υπό τόν Νικία απέτυχαν νά τήν προσαρτήσουν στήν Συμμαχία τους καί κατευθυνθέντες στόν Ωρωπό απεβίβασαν στρατιώτες πού συνήψαν νικηφόρες μάχες μέ τούς Ταναγραίους καί λίγους Θηβαίους. Τόν ίδιο καιρό ίδρυσαν οι Λακεδαιμόνιοι τήν Ηράκλεια στήν Τραχίνια, επειδή θεωρούσαν τήν θέση στρατηγική σέ σχέση μάλιστα μέ τήν Εύβοια. Δέν επέπρωτο όμως νά ακμάσει, διότι καί συνεχώς επολεμείτο απ' τούς Θεσσαλούς πού φοβούντο τήν ανάπτυξή της, αλλά καί οι Λακεδαιμόνιοι άρχοντες ήταν καταπιεστικοί καί συνέτειναν στήν φθορά τής πόλης. Τό ίδιο θέρος 30 Αθηναϊκά πλοία υπό τόν Δημοσθένη πού περιέπλεαν τήν Πελοπόννησο, κατέπλευσαν στούς Λευκαδίους υποστηριζόμενοι απ' όλους τούς Ακαρνάνες, πλήν τών Οινιάδων, καί Κεφαλήνες καί Κερκυραίους. Δέν πείστηκαν όμως απ' τούς Ακαρνάνες νά περιτειχίσουν τήν πόλη τής Λευκάδος καί νά τήν αλώσουν οριστικά. Αντίθετα πείστηκαν απ' τούς Μεσσηνίους τής Ναυπάκτου νά εκστρατεύσουν κατά τών Αιτωλών, οι οποίοι ήταν ψηλοί καί ωκύποδες συμπεριλαμβανομένων καί τών ωμοφάγων Ευρυτάνων πού μιλούσαν δυσνόητη γλώσσα. Η εκστρατεία όμως απέβη ολέθρια γιά τούς Αθηναίους, τούς οποίους αρνήθηκαν νά βοηθήσουν οι Ακαρνάνες εκδηλώνοντας μ' αυτό τόν τρόπο τήν δυσφορία τους πού δέν εισακούστηκαν ως πρός τήν Λευκάδα. Στήν συνέχεια οι Αιτωλοί έπεισαν τούς Λακεδαιμονίους καί οι τελευταίοι έστειλαν 3000 οπλίτες απ' τούς συμμάχους τους υπό τόν Σπαρτιάτη Ευρύλοχο καί εδήωναν τήν περιοχή τής Ναυπάκτου, κατέλαβαν μάλιστα καί τό Μολείριον (Αντίριον) πού ήταν αποικία τών Κορινθίων, καί απειλούσαν μάλιστα καί τήν Ναύπακτο. Όμως ο Δημοσθένης έπεισε αυτή τή φορά τούς Ακαρνάνες καί 1000 οπλίτες απ' αυτούς εισήλθαν στήν πόλη καί τήν έσωσαν ενισχύοντάς την. Ο Ευρύλοχος όταν έμαθε τά νέα αυτά ήλθε στήν Πλευρώνα καί Καλυδώνα καί περίμενε τούς Αμπρακιώτες, όπως είχε συνεννοηθεί μαζί τους, γιά νά επιτεθεί κατά τών Ακαρνάνων καί συγκεκριμμένα εναντίον τού Αμφιλοχικού Άργους. Τόν χειμώνα οι Αθηναίοι τής Σικελίας έκαναν μιά αποτυχημένη απόπειρα κατάληψης τής Ακροπόλεως τής Ινήσσης, πού κατείχαν οι Συρακούσιοι καί μετά γύρισαν καί δήωναν τήν Λοκρίδα. Τόν ίδιο χειμώνα έγινε καθαρμός τής Δήλου καί δέν επετρέπετο πλέον ούτε νά γενιέται κανείς στό ιερό νησί, ούτε καί νά πεθαίνει. Καθιερώθηκαν καί πανηγύρεις κάθε πενταετία μέ οργάνωση καί ιπποδρομιών. Ταυτόχρονα ο Ευρύλοχος, πού στρατοπέδευε στήν Πλευρώνα, μέ 3.000 οπλίτες διέσχισε όλη τήν Ακαρνανία καί ενώθηκε μέ τούς Αμπρακιώτες, πού είχαν καταλάβει τήν πόλη Όλπη καί ετοιμαζόταν νά επιτεθούν κατά τού Άργους. Στήν μάχη πού διεξήχθη μετά από λίγες μέρες, νίκησαν οι Ακαρνάνες πού υποστηρίζονταν απ' τούς Αθηναίους υπό τόν Δημοσθένη ενώ οι Λακεδαιμόνιοι μέ τούς Αμπρακιώτες υπέστησαν πανωλεθρία, ο ίδιος δέ ο Ευρύλοχος σκοτώθηκε. Υπήρξε καί αυτή μία απ' τίς φονικότερες μάχες τού μέχρι τώρα πολέμου. Εν τώ μεταξύ οι Ακαρνάνες δέν επεχείρησαν άλωση τής Αμπρακίας πού θά τήν κατελάμβαναν μέ τόν πρώτο αλαλαγμό, φοβούμενοι μήπως οι Αθηναίοι καταστούν γι' αυτούς χειρότεροι γείτονες απ' τούς Αμπρακιώτες. Μετά ταύτα ο Δημοσθένης γύρισε στήν Αθήνα, ενώ οι Ακαρνάνες συνωμολόγησαν 100ετή συνθήκη ειρήνης μέ τούς Αμπρακιώτες, σύμφωνα μέ τήν οποία δέν υποχρεούντο νά συμπράττουν στούς επιθετικούς πολέμους εναντίον Λακεδαιμονίων ή Αθηναίων, όφειλαν όμως νά βοηθούνται αμοιβαίως αμυντικά. Τόν ίδιο χειμώνα ο Αθηναϊκός στόλος στήν Σικελία ενήργησε απόβαση στήν Ιμέρα αλλά καί στίς νήσους τού Αιόλου. Έστειλαν μάλιστα καί άλλα 40 πλοία στήν Σικελία. Κατά τήν αρχή τής ανοίξεως εξερράγη καί τό ηφαίστειο τής Αίτνας, 50 χρόνια μετά τήν προηγούμενη έκρηξη, καί κατέστρεψε μέρος τής χώρας τών Καταναίων. Έτσι συμπληρώθηκε καί τό 6ο έτος τού πολέμου.
 


Βιβλίο Δ΄
7ο έτος


Τό επόμενο θέρος εισέβαλαν οι Συρακούσιοι μέ 10 πλοία καί άλλα τόσα οι Λοκροί στήν Μεσσήνη καί τήν απέσπασαν απ' τήν Αθήνα. Ταυτόχρονα οι Λοκροί εισέβαλαν μέ πεζικό στό Ρήγιο καί αφού τό δήωσαν απήλθαν. Ήδη από τό τέλος τής ανοίξεως οι Λακεδαιμόνιοι υπό τόν Άγι, τόν γυιό τού Αρχιδάμου, είχαν εισβάλει στήν Αττική καί τήν εδενδροτόμουν. Οι Αθηναίοι απ' τήν άλλη έστειλαν τά 40 πλοία γιά τήν Σικελία αφού περνούσαν όμως πρώτα απ' τήν Κέρκυρα. Περιπλέοντας όμως τήν Πελοπόννησο ο Δημοσθένης, πού ήταν ένας εκ τών επί κεφαλής, πρότεινε ν' αποβιβαστούν στήν Πύλο καί νά εντειχίσουν τό χωρίο. Έτσι καί έγινε τελικά παρά τήν διαφωνία τών άλλων συνεπικουρούντος καί τού κακού καιρού. Έτσι οχύρωσαν τήν Πύλο κι έμεινε εκεί ο Δημοσθένης μέ 5 πλοία, ενώ οι άλλοι συνέχισαν πρός Κέρκυρα καί Σικελία. Όταν οι Λακεδαιμόνιοι έμαθαν τά περί τής Πύλου, επέστρεψαν απ' τήν Αττική, όπου είχαν παραμείνει μόνο 15 μέρες. Ταυτόχρονα ο στρατηγός τών Αθηναίων Σιμωνίδης κατέλαβε τήν Ηιόνα στήν Θράκη. Καί ενώ οι Λακεδαιμόνιοι ετοίμαζαν τήν επιδρομή κατά τής Πύλου καί απεβίβασαν καί στρατιώτες στήν νήσο Σφακτηρία, ο Δημοσθένης ειδοποίησε τόν στόλο πού κατεθυνόταν υπό τόν Σοφοκλή καί Ευρυμέδοντα πρός τήν Κέρκυρα νά γυρίσουν στήν Πύλο αποστέλλοντας δύο πλοία. Αλλά καί οι Λακεδαιμόνιοι προσεκάλεσαν τήν μοίρα τών 60 πλοίων πού ήταν στήν Κέρκυρα. Έτσι άρχισαν οι συγκρούσεις πού τελικά απέβησαν σέ βάρος τών Σπαρτιατών, αφού εν τώ μεταξύ προσήλθε κι ο Αθηναϊκός στόλος ενισχυμένος σέ 70 πλοία. Η συμφορά πού έπαθαν οι Λακεδαιμόνιοι ήταν τέτοια, πού όταν έμαθαν στήν Σπάρτη οι αρχηγοί τους τά νέα, θέλησαν νά 'ρθούν επί τόπου οι ίδιοι γιά νά διαπιστώσουν τήν πραγματικότητα. Προκειμένου δέ νά σώσουν τούς στρατιώτες τους πού ήταν αποκλεισμένοι στήν Σφακτηρία, ζήτησαν ανακωχή απ' τούς Αθηναίους σύμφωνα μέ τήν οποία τούς παρέδοσαν τά πλοία τους μέχρις ότου θά γύριζαν οι πρέσβεις πού θά έστελναν στήν Αθήνα γιά νά διαπραγματευτούν όρους ειρήνης. Πράγματι οι πρέσβεις ήλθαν στήν Αθήνα αλλά τελικά δέν συμφώνησαν στούς όρους τής ειρήνης, αφού ο δημαγωγός Κλέων πού είχε μεγάλη επιρροή στό λαό, θεωρώντας ότι βρίσκεται σέ θέση ισχύος, δέν διευκόλυνε τήν κατάσταση. Έτσι οι πρέσβεις γύρισαν πίσω άπρακτοι, οι Αθηναίοι όμως δέν επέστρεφαν τά πλοία στούς Λακεδαιμονίους καί οι συγκρούσεις ξανάρχισαν. Παράλληλα στήν Σικελία οι Συρακούσιοι συγκέντρωσαν στόλο στήν Μεσσήνη, τήν οποία ήδη χρησιμοποιούσαν σάν βάση καί ήθελαν νά ναυμαχήσουν μέ τά Αθηναϊκά πλοία στό Ρήγιο, πρίν έρθουν κι αυτά πού πολιορκούσαν τήν Σφακτηρία. Πράγματι έγινε μιά ναυμαχία στό στενό (Χάρυβδη) μεταξύ Σικελίας καί Ιταλίας (Μεσσήνη - Ρήγιον) ανάμεσα σέ 30 πλοία τών Συρακουσίων καί 24 Αθηναϊκών - Ρηγίων καί νίκησαν οι Αθηναίοι. Αλλά όταν οι Αθηναίοι θέλησαν νά επιτεθούν στήν Μεσσήνη αποκρούστηκαν. Έτσι έπλευσαν πρός τήν Καμάρινα, η οποία επρόκειτο νά παραδοθεί απ' τόν Αρχία στούς Συρακουσίους. Αλλά καί οι Μεσσήνιοι εξεστράτευσαν κατά τής γειτονικής Νάξου, αποικίας τών Χαλκιδέων, καί άρχισαν νά δηώνουν τήν περιοχή. Στήν συνέχεια όμως τούς αντεπιτέθηκαν οι Νάξιοι βοηθούμενοι κι απ' τούς ντόπιους βαρβάρους καί τούς έτρεψαν σέ φυγή. Εναντίον τής Μεσσήνης ήλθαν πάλι οι Αθηναίοι γιά νά βοηθήσουν τούς Λεοντίνους, τούς οποίους νικούσαν οι Μεσσήνιοι, έκλεισαν τούς τελευταίους στήν πόλη τους καί γύρισαν στό Ρήγιο. Στήν συνέχεια γινόταν εχθροπραξίες μεταξύ τών διαφόρων πόλεων διά ξηράς, χωρίς τήν συμμετοχή Αθηναίων.

Εν τώ μεταξύ η πολιορκία τής Σφακτηρίας συνεχιζόταν πρός μεγάλη στενοχώρια τών Αθηναίων, οι οποίοι πίστευαν ότι οι αποκλεισμένοι στήν έρημη γή Σπαρτιάτες σύντομα θ' αναγκαζόταν νά παραδοθούν από τήν έλειψη τροφίμων. Αυτοί όμως άντεχαν αφού πολλοί καί κυρίως Είλωτες τούς τροφοδοτούσαν διασπώντας μέ κίνδυνο τής ζωής τους τόν κλοιό τών Αθηναίων αποβλέποντας στά σημαντικά κίνητρα πού είχαν βάλει οι Σπαρτιάτες. Έτσι αυτοί πού εταλαιπωρούντο τώρα ήταν οι Αθηναίοι, οι οποίοι πλέον ανησυχούσαν ακόμη περισσότερο λόγω τού επερχόμενου χειμώνα. Ο Κλέων υβρίζετο θεωρούμενος αίτιος τής μή σύναψης ειρήνης όταν τούς παρακαλούσαν οι Λακεδαιμόνιοι, αλλά κι αυτός απέδιδε τίς ευθύνες στούς στρατηγούς υπαινισσόμενος κυρίως τόν Νικία. Ο τελευταίος ευχαρίστως παραιτήθηκε τής στρατηγίας γιά νά αναλάβει ο Κλέων, πράγμα πού έγινε, παρά τό ότι ο Κλέων στήν πραγματικότητα δέν επιθυμούσε κάτι τέτοιο. Αφού συγκέντρωσε ο Κλέων στρατό απέπλευσε γιά τήν Σφακτηρία πρός βοήθεια τού Δημοσθένη, δήλωσε δέ ότι εντός 20 ημερών θά φέρει αιχμαλώτους τούς Σπαρτιάτες πού ήταν αποκλεισμένοι στό νησί. Έτσι στρατός πού μεταφέρθηκε μέ 70 πλοία απεβιβάσθη καί στίς δύο πλευρές τού νησιού καί αιφνιδίασε τούς πολιορκημένους, οι οποίοι μετά από πολλές καί άνισες μάχες αναγκάστηκαν νά παραδοθούν μέ τόν οπλισμό τους, αφού πρώτα συμβουλεύθηκαν τούς συμπατριώτες τους τής απέναντι ξηράς. Οι τελευταίοι τούς παρήγγειλαν νά αποφασίσουν οι ίδιοι χωρίς όμως νά κάνουν κάτι ατιμωτικό. Αιχμαλωτίστηκαν 292 από τούς 420 στρατιώτες τής Σφακτηρίας. Η πολιορκία είχε κρατήσει 72 μέρες καί ο Κλέων, μολονότι κανείς δέν τό είχε πιστεύσει, πραγματοποίησε τήν υπόσχεσή του. Μετά ταύτα καί οι δύο στρατοί απεσύρθησαν από τήν Πύλο. Μεγάλη κατάπληξη δέ προκάλεσε στούς Έλληνες τό γεγονός τής αιχμαλωσίας τών Σπαρτιατών, γιατί οι τελευταίοι τούς είχαν συνηθήσει ή νά νικούν ή νά φονεύονται άπαντες. Εν τώ μεταξύ οι Μεσσήνιοι τής Ναυπάκτου έστησαν φρουρά στήν Πύλο, τήν οποία θεωρούσαν άλλωστε δική τους, καί πολλοί Είλωτες αυτομολούσαν, οι δέ Λακεδαιμόνιοι άρχισαν νά ανησυχούν, αλλά δέν πετύχαιναν τίποτε μέ πρεσβείες πού έστελναν στήν Αθήνα. Τό ίδιο θέρος οι Αθηναίοι μέ 80 πλοία υπό τόν Νικία έκαναν απόβαση καί συνήψαν μάχη στόν Ισθμό μέ τούς Κορινθίους. Νίκησαν οι Αθηναίοι αλλά όταν διαπίστωσαν ότι ερχόταν κι άλλοι πρός βοήθεια τών Κορινθίων, επεβιβάστηκαν στά πλοία κι έφυγαν αφού πρώτα έστησαν τρόπαιο, περισυνέλεξαν τούς νεκρούς τους καί σκύλεψαν τούς αντιπάλους τους. Εν συνεχεία προέβαιναν σέ ληστρικές επιδρομές σέ Επίδαυρο, Τροιζήνα καί Αλιάδα, μέχρι πού απομόνωσαν τά Μέθανα απ' τήν ξηρά μέ τείχος, κι άφησαν εκεί φρουρά. Μετά γύρισαν στά ίδια. Τήν ίδια εποχή η Αθηναϊκή μοίρα υπό τόν Σοφοκλή καί Ευρυμέδοντα κατευθύνθηκε πρός τήν Σικελία. Περνώντας απ' τήν Κέρκυρα κατώρθωσε νά αιχμαλωτίσει τούς Κερκυραίους ολιγαρχικούς πού ήταν στήν Ιστώνη καί κυριαρχούσαν στήν ύπαιθρο, καί αφού τούς παρέδωσε στούς δημοκρατικούς, εκείνοι τούς εξόντωσαν δολίως. Έτσι ο εμφύλιος στήν Κέρκυρα σταμάτησε, αφού οι εναπομείναντες ολιγαρχικοί ήσαν ευάριθμοι καί ανάξιοι λόγου. Ακολούθως ο στόλος ήρθε στήν Σικελία όπου προέβαινε σέ εχθροπραξίες. Πρός τό τέλος τού θέρους οι Ακαρνάνες μέ τήν Αθηναϊκή φρουρά τής Ναυπάκτου κυρίευσαν τό Ανακτόριο πού ανήκε στήν Κόρινθο καί τού λοιπού κατοικείτο από Ακαρνάνες. Τόν επόμενο χειμώνα οι Αθηναίοι έτυχε νά συλλάβουν τόν Πέρση Αρταφέρνη, πού κόμιζε επιστολή στήν Σπάρτη, καί τόν έστειλαν μέ πρέσβεις στήν Έφεσο γιά προώθηση δικών τους συμφερόντων. Επειδή όμως τότε είχε πεθάνει ο Αρταξέρξης, ο γυιός τού Ξέρξη, οι πρέσβεις γύρισαν άπρακτοι πίσω. Τήν ίδια εποχή κι οι Χίοι γκρέμισαν τό τείχος κατ' εντολήν τών Αθηναίων, πού φοβόταν μήπως αποστατήσουν. Έτσι έληξε καί τό 7ο έτος τού πολέμου.


8ο έτος

Τό επόμενο θέρος συνέβη σεισμός καί σημειώθηκε μερική έκλειψις ηλίου. Οι εξόριστοι Μυτιληνοί υποστηριζόμενοι καί από Πελοποννησίους κατέλαβαν τήν Άντανδρο καί από 'κεί επετίθετο στήν απέναντι Μυτιλήνη καί στίς Αιολικές πόλεις τής ξηράς. Τό ίδιο θέρος οι Αθηναίοι μέ 60 πλοία υπό τόν Νικία κατέλαβαν τά Κήθυρα, τά οποία εκατοικούντο από Λακεδαιμονίους καί εκυβερνώντο απ' τόν Κηθυροδίκη πού εστέλλετο κατ' έτος. Από 'κεί επί μίαν επραγματοποίουν αποβάσεις καί δηώσεις στά παράλια τής Λακωνικής, στίν Ασίνη καί τό Έλος. Στήν συνέχεια δήωναν τά παράλια μέχρι τήν Επίδαυρο. Κυρίευσαν δέ καί τήν Θουρία, πόλη τής Κυνουρίας, πού είχαν παραχωρήσει οι Λακεδαιμόνιοι στούς Αιγινήτες, οι οποίοι καί θανατώθηκαν. Εν τώ μεταξύ στήν Γέλα τής Σικελίας είχαν έλθει πρέσβεις απ' όλες τίς πόλεις καί συνδιαλέγοντο. Ο Συρακούσιος Ερμοκράτης επεσήμανε τούς κινδύνους πού διατρέχει από τούς Αθηναίους όλη η Σικελία.
.
.. πέφυκε γάρ τό ανθρώπειον διά παντός άρχειν μέν τού είκοντος (υποκύπτοντος), φυλάσσεσθαι δέ τό έπιον (επιδρομέα)...

Τελικά οι Σικελιώτες πείστηκαν απ' τόν Ερμοκράτη καί συνήψαν μεταξύ τους ειρήνη. Οι σύμμαχοι δέ τών Αθηναίων ενημέρωσαν τούς τελευταίους καί αυτοί απέπλευσαν απ' τήν Σικελία. Όταν όμως έφτασαν στήν Αθήνα, οι Αθηναίοι εξόρισαν τούς στρατηγούς Πυθόδωρο καί Σοφοκλή ενώ στόν Ευρυμέδοντα επέβαλαν χρηματική ποινή μέ τήν κατηγορία ότι δέν κυρίευσαν τήν Σικελία, επειδή τάχα δωροδοκήθηκαν. Τό ι΄διο θέρος οι δημοκρατικοί Μεγαρείς αποφάσισαν νά παραδώσουν τήν πόλη τους στούς Αθηναίους καί επειδή καταπιεζόταν απ' αυτούς, αφού δίς τού έτους εισέβαλαν στήν Μεγαρίδα, αλλά καί από τούς εξορίστους ολιγαρχικούς παρενοχλούντο. Πράγματι οι συνωμότες εξουδετέρωσαν τήν Πελοποννησιακή φρουρά μέ τήν βοήθεια Αθηναίων καί τό λιμάνι τών Μεγαρέων Νύσσαια περιήλθε στά χέρια 4.000 Αθηναίων οπλιτών καί 700 ιππέων. Εν τώ μεταξύ στήν περιοχή ήρθε ο Σπαρτιάτης Βρασίδας καί Βοιωτοί πρός υπεράσπιση τών Μεγάρων καί συνολικά ανερχόταν στούς 6.000 οπλίτες. Η μάχη τελικά δέν έγινε, αφού οι Αθηναίοι υποχώρησαν, καί ο Βρασίδας έγινε δεκτός στά Μέγαρα, όπου άρχισαν καί διαβουλεύσεις. Μετά, οι μέν Αθηναίοι απεσύρθησαν ο δέ Βρασίδας γύρισε στήν Κόρινθο καί ετοίμαζε τήν εκστρατεία στήν Χαλκιδική. Στά Μέγαρα οι συνωμότες θανατώθηκαν καί τό πολίτευμα μετετράπη σέ άκραν ολιγαρχία. Τό ίδιο θέρος Αθηναϊκά πλοία επιτέθηκαν κατά τής Αντάνδρου, πού ήταν ορμητήριο φυγάδων Μυτιληναίων καί τήν κατέλαβαν. Τόν ίδιο καιρό οι Αθηναίοι μέ τόν Δημοσθένη έφτασαν στήν Ναύπακτο μέ 40 πλοία καί αφού συγκέντρωσε στρατό Ακαρνάνων, οι οποίοι είχαν αναγκάσει καί τούς Οινιάδας νά ενταχθούν στήν Αθηναϊκή Συμμαχία, έπλευσε κατά τών Σίφων, παραλιακή Βοιωτική πόλη. Εν τώ μεταξύ ο Βρασίδας διήσχυσε τήν Θεσσαλία καί ήλθε στό Δίον, πόλη τής επικρατείας τού Περδίκκα. Ο Βρασίδας ήτο πολύ δραστήριος αλλά καί δίκαιος, γι' αυτό καί λίαν αγαπητός. Μάλιστα οι πολίτες τών διαφόρων πόλεων πιστεύοντες ο΄τι όλοι οι Σπαρτιάτες ήσαν σάν κι' αυτόν, είτε αποστατούσαν απ' τούς Αθηναίους πανδημεί, είτε παρέδιδαν τίς πόλεις στόν Βρασίδα μέ προδοσία. Οι Αθηναίοι θεώρησαν τόν Βρασίδα υποκινητή τής εκστρατείας τού Βρασίδα καί τού κήρυξαν τόν πόλεμο. Από κοινού ο Περδίκκας καί ο Βρασίδας εξεστράτευσαν κατά τού Αρραβαίου, γυιού τού Βρομερού, βασιλέως τών Λυγκηστών Μακεδόνων, ομόρων τού Περδίκκα. Εκεί ο μέν Περδίκκας ήθελε βιαίως καί άμεσα νά καταστρέψει τόν Αρραβαίο, αλλά ο συνετός Βρασίδας ήθελε πρώτα νά συνεννοηθεί μαζί του μήπως αποφευχθεί ο πόλεμος. Τελικά πρός μεγάλη δυσφορία τού Περδίκκα, ο Βρασίδας πράγματι συνεννοήθηκε μέ τόν Αρραβαίο καί η μάχη αποφεύχθηκε. Στήν συνέχεια ο Βρασίδας ήλθε κατά τής Ακάνθου. η οποία ήτο αποικία τών Ανδρίων. Εκεί οι πολίτες διηρέθηκαν σχετικά μέ τό άν έπρεπε νά τού ανοίξουν τίς πύλες ή όχι καί ο Βρασίδας τούς μήνυσε νά μήν αποφασίσουν πρίν τόν ακούσουν.

"... απάτη γάρ ευπρεπεί αίσχιον τοίς γε εν αξιώματι πλεονεκτήσαι ή βία εμφανεί. τό μέν γάρ ισχύος δικαιώσει, ήν η τύχη έδωκεν, επέρχεται, τό δέ γνώμης αδίκου επιβουλή..." (πράγματι, γιά όσους τουλάχιστον απολαμβάνουν τήν κοινήν εκτίμηση, είναι περισσότερο αισχρόν νά εξυπηρετούν τήν πλεονεξία μέ δολιότητα υπό εύσχημον κάλυμμα, παρά μέ φανερή βία. διότι η βία στηρίζεται στό δικαίωμα τής δυνάμεως, η οποία είναι δώρο τής τύχης, ενώ η δολία πολιτική στήν επιβουλή μοχθηρής διαθέσεως).


Πράγματι οι Ακάνθιοι άκουσαν τόν Βρασίδα καί αφού προέβησαν σέ φανερή ψηφοφορία αποφάσισαν νά αποστατήσουν απ' τούς Αθηναίους. Τούς ακολούθησαν μάλιστα τά Στάγειρα, αποικία κι αυτά τών Ανδρίων. Τόν επόμενο χειμώνα απέτυχε απόπειρα τού Δημοσθένη καί τού Ιπποκράτη νά αλώσουν τίσ Σίφες καί τήν Χαιρώνεια, λόγω εγκαίρου ενημερώσεως τών Βοιωτών. Έτσι ο Ιπποκράτης ήλθε στήν συνέχεια στό Δήλιον καί αφού τό εντείχισε, επέστρεφε στήν Αθήνα. Οι συγκεντρωθέντες Βοιωτοί όμως πείστηκαν απ' τόν Βοιωτάρχη Παγώνδα, νά επιτεθούν κατά τών Αθηναίων. Οι Βοιωτοί αριθμούσαν 7.000 οπλίτες, 10.000 ψιλούς, 1.000 ιππείς καί 500 πελταστές καί ισοπληθείς ήταν καί οι Αθηναίοι. Στήν μάχη πού ακολούθησε νίκησαν οι Βοιωτοί, οι οποίοι στήν συνέχεια αποσύρθηκαν στήν Τανάγρα, όπου σχεδίαζαν επίθεση κατά τού Δηλίου. Έτσι έστειλαν κήρυκα στούς Αθηναίους κι αφού τούς κατηγόρησαν ότι παραβίασαν τά κρατούντα στούς Έλληνες παραβιάζοντες ιερούς χώρους, τούς ζήτησαν νά φύγουν απ' τό Δήλιον, γιά νά τούς επιτρέψουν μετά νά περισυλλέξουν τούς νεκρούς τους. Τελικά τό Δήλιον ανακατελήφθη απ' τούς Βοιωτούς 17 μέρες μετά τήν προηγηθείσα μάχη. Απ' τούς Βοιωτούς απωλέστηκαν περίπου 500, ενώ απ' τούς Αθηναίους 1.000 συμπεριλαμβανομένου καί τού ίδιου τού Ιπποκράτη. Τόν ίδιο καιρό κι ο Δημοσθένης υπέστη ήττα, όταν αποβιβάστηκε στήν Σικυώνα, αλλά καί στήν Θράκη ο Σιτάλκης πέθανε καί τόν διαδέχτηκε ο ανηψιός του Σεύθης. Τόν ίδιο χειμώνα ο Βρασίδας εξεστράτευσε κατά τής Αμφίπολης, στίς όχθες τού Στρυμώνα, η οποία ήτο αποικία τών Αθηναίων, ιδρυθείσα καί ονομασθείσα από τόν Άγνωνα, γυιό τού Νικίου. Έφτασε πολύ γρήγορα στήν ύπαιθρο τής πόλης, τήν οποία καί άρχισε νά διαρπάζει. Εν τώ μεταξύ οι Αμφιπολίτες ζήτησαν καί ήλθε πρός βοήθειά τους ο στρατηγός Θουκυδίδης (ο ιστορικός) μέ 7 πλοία πού ναυλοχούσαν στήν Θάσο, αποικία τών Παρίων. Ο Βρασίδας όμως πρόλαβε καί πέτυχε τήν προσάρτηση τής Αμφίπολης μέ ευνοϊκούς όρους γιά τούς Αμφιπολίτες.

 Ο Θουκυδίδης κατέπλευσε στήν γειτονική Ηιόνα, πρός υποστήριξή της. Πράγματι ο Βρασίδας επιτιθέμενος κατ' αυτής από ξηρά καί θάλασσα απεκρούσθη. Προσεχώρησε όμως σ' αυτόν η Μύρκινος, η Γαληψός καί η Οισύμη, αποικία τών Θασίων. Η πτώση τής Αμφίπολης επτόησε τούς Αθηναίους πού φοβόταν τήν περαιτέρω αποστασία πόλεων στόν μετριοπαθή Βρασίδα. Ο τελευταίος μάλιστα ζήτησε ενισχύσεις από τήν Σπάρτη, η οποία όμως τού τήν αρνήθηκε έιτε διότι εφθονείτο από ανταγωνιστές του είτε διότι κάποιοι ήθελαν νά απελευθερώσουν τούς αιχμαλώτους τής Σφακτηρίας καί νά τερματίσουν τόν πόλεμο. Καί ενώ οι Μεγαρείς κατά τόν αυτόν χειμώνα κατέλαβαν καί γκρέμισαν τά Μακρά Τείχη, ο Βρασίδας προχώρησε στήν Ακτή από τόν πορθμό τού Ξέρξη μέχρι τήν χερσόνησο τού Άθω προσαρτώντας τίς διάφορες πόλεις εκτός τής Σάνης καί τού Δίου, τών οποίων ερήμωνε τήν ύπαιθρο. Επειδή όμως οι πόλεις δέν παρεδίδοντο, εξεστράτευσε γιά νά μήν χάνει καιρό κατά τής Τορώνης τής Χαλκιδικής, τήν οποία κατείχε Αθηναϊκή φρουρά. Εύκολα κυρίευσε τήν πόλη βοηθούμενος κι από φιλολάκωνες Τορωναίους. Αφού καθυσύχασε τούς πολίτες λέγοντάς τους ανάλογα μέ αυτά πού είχε πεί στούς Ακανθίους, περί απελευθερώσεως δηλαδή τών πόλεων από τόν Αθηναϊκό ζυγό, περί δικαιοσύνης κλπ, άρχισε επιθέσεις κατά τής Ληκύθου, ακροπόλεως τής Τορώνης, όπου είχαν καταφύγει καί οι περισσότεροι Αθηναίοι. Πράγματι εντός δύο ημερών κυρίευσε καί τήν Λήκυθο. Τόν υπόλοιπο χειμώνα τόν πέρασε διαχειριζόμενος τίς διάφορες υποθέσεις τών πόλεων πού είχε καταλάβει. Έτσι πέρασε καί τό 8ο έτος τού πολέμου.

9ο έτος

Στήν αρχή τής ανοίξεως Λακεδαιμόνιοι καί Αθηναίοι συνωμολόγησαν ανακωχή ενός έτους κατά τήν οποία διαπραγματευόταν τούς όρους διαρκεστέρας ειρήνης. Καί ενώ συνωμολογείτο η ανακωχή, ο Βρασίδας προσήρτησε καί τήν Σκιώνη, πόλη τής χερσονήσου τής Παλλήνης. Μετά μάλιστα τήν ομιλία του, ανάλογη μέ εκείνη πρός τούς Τορωναίους, οι Σκιωναίοι τού απέδωσαν πολλές τιμές θεωρώντας τον απελευθερωτή τής Ελλάδος. Οι Αθηναίοι όμως δέν δέχτηκαν τήν αποστασία τής Σκιώνης, όπως καί τής Μένδης, πού έγινε μετά δύο μέρες, θεωρούντες ότι πραγματοποιήθηκαν μετά τήν υπογραφή τής ανακωχής. Αλλά κι ο Βρασίδας δέν εννοούσε νά εγκαταλείψει τίς πόλεις αυτές. Έτσι οι μέν Αθηναίοι ετοιμάζονταν νά καταπλεύσουν σ' αυτές οργιζόμενοι πού ακόμα καί νησιώτες τολμούσαν νά τούς εγκαταλείψουν (η Σκιώνη ήτο σάν νησί αποκομένη από τήν υπόλοιπη ξηρά λόγω τού Ισθμού), ο δέ Βρασίδας ενίσχυσε τήν άμυνα αυτών μέ 500 Πελοποννησίους οπλίτες καί 300 Χαλκιδείς πελταστές υπό τόν Πολυδαμίδα. Στήν συνέχεια μαζί μέ τόν Περδίκκα εξεστράτευσαν κατά τών Λυγκηστών τού Αρραβαίου. Στήν μάχη πού έγινε μεταξύ τών πολυπληθών στρατευμάτων νίκησαν ο Περδίκκας καί ο Βρασίδας καί ενώ ο πρώτος ήθελε νά συνεχίσει τίς λεηλασίες στήν χώρα τού Αρραβαίου, ο δεύτερος ανησυχούσε γιά τήν τύχη τής Μένδης καί ήθελε νά επιστρέψει. Καί ενώ συνέβαιναν αυτά οι Ιλλυριοί, τούς οποίους περίμενε ως συμμάχους ο Περδίκκας, τάχθηκαν μέ τό πλευρό τού Αρραβαίου, προκαλώντας πανικό στό στρατόπεδο τών Μακεδόνων, πού άρχισαν νά υποχωρούν ατάκτως. Ο Βρασίδας έμαθε τήν επομένη τά καθέκαστα καί αφού ενεψύχωσε τούς στρατιώτες του, άρχισε νά υποχωρεί μέ τάξη. Οι Ιλλυριοί, νομίσαντες ότι καί οι Λακεδαιμόνιοι τούς φοβήθηκαν, επεχείρησαν επανειλημμένως νά τούς επιτεθούν αλλά πάντα απεκρούοντο από τόν ευφυή σχηματισμό τών Σπαρτιατών. Έτσι χάρις στήν στρατηγική ιδιοφυϊα τού Βρασίδα, οι Λακεδαιμόνιοι κατάφεραν νά φτάσουν στήν Άρνισα, η οποία ανήκε στήν επικράτεια τού Περδίκκα. Έκτοτε όμως ο τελευταίος καί λόγω τής οξύτατης δυσαρέσκειας τών Πελοποννησίων κατά τών Μακεδόνων, πού τούς εγκατέλειψαν στούς Ιλλυριούς, μισούσε τόν Βρασίδα καί ήθελε ν' απαλλαγεί απ' αυτόν. Πρός τούτο ήλθε σέ συνεννόηση μέ τούς Αθηναίους. Ο Βρασίδας εν τώ μεταξύ γύρισε στήν Τορώνη καί ησύχαζε, ενώ η Μένδη είχε ήδη πέσει στά χέρια τών Αθηναίων Νικία καί Νηκηράτου, κυρίως λόγω έριδος μεταξύ δημοκρατικών καί φιλολακώνων, η δέ Σκιώνη είχε αποκλειστεί απ' τούς Αθηναίους. Τό ίδιο θέρος οι Θηβαίοι κατεδάφισαν τό τείχος τών Θεσπιέων, τούς οποίους κατηγόρησαν ως Αττικίζοντας, εκάη δέ καί ο ναός τής Ήρας στήν Αργολίδα από αμέλεια τής ιέρειας Χρυσίδος, η οποία καί έφυγε φοβούμενη τούς Αργείους. Κατά τόν επακολουθήσαντα χειμώνα οι Αθηναίοι καί οι Λακεδαιμόνιοι λόγω τής ανακωχής έμεναν ήσυχοι. Οι Μαντινείς όμως καί οι Τεγεάτες μέ τούς εκατέρωθεν συμμάχους συνήψαν μάχη στό Λαοδάκειον τής Ορεσθίδος, αλλ' η νίκη υπήρξε αμφίβολος άν καί τά δύο στρατεύματα έστησαν τρόπαια. Στό τέλος τού ιδίου χειμώνα ο Βρασίδας εν καιρώ νυκτός έκανε μία απόπειρα νά καταλάβει τήν Ποτείδαια, έγινε όμως αντιληπτός καί αποτραβήχτηκε αμέσως.

 

Έτσι έληξε καί τό 9ο έτος τού πολέμου.