Νικηφόρος Βρεττάκος
(1912-1991)

«Όταν κάποτε φύγω από τούτο το φως
θα ελιχθώ προς τα πάνω όπως ένα
ρυακάκι πού μουρμουρίζει.
Κι αν τυχόν κάπου ανάμεσα
στους γαλάζιους διαδρόμους
συναντήσω αγγέλους, θα τους
μιλήσω ελληνικά, επειδή
δεν ξέρουνε γλώσσες. Μιλάνε
μεταξύ τους με μουσική.»

Κατέχει μια από τις κορυφαίες θέσεις στη σύγχρονη Ελληνική ποίηση. Ο Νικηφόρος Βρεττάκος, γράφει ο Μιχαήλ Περάνθης, είναι "Ποιητής της ελεύθερης φαντασίας, αφήνεται σε λυρικές ονειροπολήσεις, άλλοτε στους κανόνες της μετρικής και, συχνότερα, σε ρυθμική διαδοχή στίχων. Ιδιοσυγκρασία ευαίσθητη, φύση συναισθηματική και γνησίως λυρική, τυλίγει τα γραφτά του με μια διάχυση τρυφερότητας, δίνοντάς τους το άπλωμα, το γύρισμα και την ελαστικότητα της φαντασίας του".


Γεννήθηκε τη πρωτοχρονιά του 1912 στις Κροκεές Λακωνίας, στο σπίτι της θείας του Αρχόντως και πέθανε το 1991 στη Πλούμιτσα Λακωνίας. Η μητέρα του Ευγενία είχε μεταφερθεί στις Κροκεές από το διπλανό μικρό αγροτικό οικισμό, Πλούμιτσα, για να γεννήσει το πρώτο της παιδί. Ο μικρός Νικηφόρος μεγάλωσε στις Κροκεές όπου και τελείωσε το δημοτικό σχολειό.
Έμενε στο σπίτι του αδερφού της μητέρας του, του Νίκου Παντελεάκη που δεν είχε παιδιά. Σαν τελείωσε το δημοτικό πήγε στο γυμνάσιο στο Γύθειο, πάντα με τη βοήθεια του θείου του Νίκου αλλά και άλλων θείων του, μιας και ο πατέρας του ήταν πάμφτωχος. Μετά το γυμνάσιο έφυγε για την Αθήνα και σπάνια πλέον πήγαινε στο χωριό, κι όταν πήγαινε το έκανε για να δει τη μητέρα του την οποία υπεραγαπούσε.


Ακολούθησαν χρόνια πικρά και δύσκολα. Ο πατέρας του πέθανε και η μητέρα του άφησε την Πλούμιτσα και εγκαταστάθηκε μόνιμα στις Κροκεές μαζί με τα αδέρφια του, Σοφία και Μιχάλη.
Ο Νικηφόρος Βρεττάκος παντρεύτηκε το 1934 την Πίτσα Αποστολίδου με την οποία είχαν δύο παιδιά, τον Κώστα και την Τζένη. Πολέμησε στην Αλβανία το 1940-41 και το 1942 έλαβε μέρος στην Εθνική Αντίσταση.
Ο Λάκωνας ποιητής, κατά τη διάρκεια της χουντικής διδακτορίας, το 1967 αυτοεξορίστηκε. Όταν, με τη μεταπολίτευση, ξαναγύρισε από την ξενιτιά, θαρρείς και ανακάλυψε τη γενέθλια του γη, εγκαταστάθηκε σχεδόν μόνιμα στις Κροκεές. Στις αρχές του 1980 έφτιαξε ένα μικρό σπιτάκι δίπλα στα χαλάσματα της Πλούμιτσας όπου και έγραψε πολλά από τα έργα του αγναντεύοντας το φίλο του τον Ταΰγετο.
Στις μεταγενέστερες συλλογές του, εμφανής είναι μια επιστροφή στη φύση και στη γενέθλια γη που του ανοίγει δρόμους επαφής με τη δημοτική παράδοση. Έγραψε μια μεγάλη συλλογή ποιημάτων καθώς και το ορατόριο «Λειτουργία κάτω από την Ακρόπολη», μια προσφορά στον Ελληνισμό της διασποράς. Έργα του: Το μεσουράνημα της φωτιάς (1940), Ο Ταΰγετος και η σιωπή (1949), Τα θολά ποτάμια (1950), Πλούμιτσα (1951), Προμηθέας (1979) κ.ά.


Ο Νικηφόρος Βρεττάκος τιμήθηκε με πολλά Ελληνικά και ξένα βραβεία, ενώ προτάθηκε ως υποψήφιος για το βραβείο Νόμπελ στην ποίηση. Την Κυριακή 4 του Αυγούστου 1991, το πρωί, ο ποιητής του Έθνους άφησε την τελευταία του πνοή στην αγαπημένη του Πλούμιτσα.

 


Ο Ποιητής της ελεύθερης φαντασίας

Ο ποιητής του ήλιου και της αγάπης δεν είναι ανάμεσά μας. Το κενό που μας άφησε γίνεται ιδιαίτερα αισθητό καθώς η ποίησή του με την παγκοσμιότητα των μηνυμάτων της γίνεται ολοένα και πιο επίκαιρη. Ως παράδοση και παραλαβή αγάπης, διεισδύει με τη μουσικότητα και αρμονία των στίχων της στο είναι των ανθρώπων.

Προεχτείνομαι σήμερα Ξεπερνάω τα όρια
Περνώ σε μι' ανάληψη .γίνομαι μια ροή μουσικής
από σύμπαν σε σύμπαν


(Ενώπιος Ενωπίω, Β', 384)


Η ποίηση του Νικηφόρου Βρεττάκου προσπαθεί να ωραϊσει τον κόσμο, ν' απαλύνει τον ανθρώπινο πόνο, να εξάρει τις έννοιες της αγάπης, της ειρήνης, της κοινωνικής δικαιοσύνης. Έχοντας περάσει μια ζωή με πολλές αντιξοότητες από τα παιδικά του χρόνια στο Γύθειο, έχοντας πικραθεί από φίλους και εχθρούς αργότερα στην Αθήνα, μεταστρέφει την πίκρα σε αγάπη την οποία ανάγει σε ύψιστη δύναμη, που γίνεται το απαραίτητο στοιχείο της ύπαρξης του ανθρώπου. «Αγαπώ! Άρα υπάρχω» θα αναφωνήσει στο Μεσουράνημα της Φωτιάς (Α', 111). Με την έννοια της αγάπης συνάπτεται άρρηκτα η έννοια του ήλιου - φωτός και της ποίησης. Αυτές οι έννοιες που εμφανίζονται και μέσα από πολλαπλά σύμβολα αποτελούν τις σταθερές της ποίησης του Ν. Βρεττάκου.
Τις αξίες αυτές επισημαίνει και σε πεζά του κείμενα. Αποκαλυπτικές είναι οι επισημάνσεις του στις ημερολογιακές σημειώσεις που κράταγε το 1962 όταν εργαζόταν στον Πειραιά, ως γραμματέας, στον Οικοδομικό Συνεταιρισμό Εκτελωνιστών και που εκδόθηκαν με περισσή στοργή και επιμέλεια από το γιο του Κώστα Βρεττάκο το Δεκέμβριο του 1991.
Και σ αυτές τις προσωπικές σημειώσεις επιβεβαιώνεται η εμμονή του στην αξία των παραπάνω εννοιών: Φως: η κορυφαία του χορού των λέξεων της ψυχής μου που ζητούσε να συνδεθεί με τις άλλες λέξεις Είχε μια πόρτα να σωθεί ο άνθρωπος. Την Αγάπη. Αυτή την Ωραία Πύλη.
Η ποίηση του Ν. Βρεττάκου μπορεί να διαιρεθεί σε τέσσερις περιόδους. Η πρώτη (1929-1938) κυριαρχείται από ένα κλίμα μελαγχολίας και απαισιοδοξίας. Τόσο τα προσωπικά του βιώματα (σκληρά και μοναχικά παιδικά και νεανικά χρόνια), όσο και γενικότερο κλίμα πεσιμισμού της νεοελληνικής συμβολικής ποίησης συμβάλλουν σ' αυτό. Ο ποιητής συγκρούεται με τη φύση και την κοινωνία και αισθάνεται την περιθωριοποίησή του.

Έρχεται η νύχτα ατελείωτα, στα σύμπαντα οι κόσμοι
κυλούν δεμένοι, γύρω μου τα λουλούδια μαδούν.
(Κάτω από σκιές και φώτα, Τύποις Τέχνη 1929)

Όμως προσπαθεί να ξεφύγει από το περιβάλλον της φθοράς και της απόγνωσης με την καταφυγή στη φύση, στον ουράνιο χώρο και το απώτερο παρελθόν, στα παιδικά χρόνια.

Γεννήθηκα σε μια μορφή
που είχε μπροστά μια θάλασσα,
που είχε σιμά τον ουρανό
κι ήταν σα θαύμα ονείρου
(Οι γκριμάτσες του Ανθρώπου, Α 35)

Η δεύτερη ποιητική του περίοδος (1939-1950) χαρακτηρίζεται από αισιοδοξία και αγωνιστικότητα. Κυριαρχούν η συμφιλίωση με το θάνατο, το φως και τον ήλιο. Επίσης έχουμε, όπως και στην α' περίοδο, καταφυγή στο χώρο και στο χρόνο της παιδικής ηλικίας.
Σ αυτά τα χρόνια που συμπίπτουν με σημαντικότατα ιστορικοκοινωνικά γεγονότα (Β' Παγκόσμιος πόλεμος, εποποιία του αλβανικού μετώπου, τριπλή ξενική κατοχή, εθνική αντίσταση, τραγωδία του εμφυλίου) η ποίησή του έχει δύο κατευθύνσεις. Η μία συνδέεται άμεσα με τους απελευθερωτικούς αγώνες του ελληνικού λαού. Ο ποιητής εκφράζει το θαυμασμό του για την αγωνιστικότητα των Ελλήνων για κατάκτηση της εθνικής ανεξαρτησίας. Η εθνική αντίσταση, στην οποία πήρα μέρος ο ίδιος, θεωρείται από τον ποιητή συνέχεια των αγώνων του 1821.
Τα ποιήματά του "Ηρωική Συμφωνία" (1944), "33 ημέρες" (1945), "Λόγος ενός ληστή στη διάσκεψη του Πότσδαμ" (1945), "Τα Θολά Ποτάμια" (1950), αποτελούν μια μαρτυρία των δραματικών γεγονότων της εποχής. Ιδιαίτερα συγκινείται ο ποιητής από την αυτοθυσία των νέων αγωνιστών.

Άναψες κάτω από το σακάκι σου το πρώτο κλεφτοφάναρο
Καρδιά των καρδιών! Σκέφτηκες τον ήλιο και προχώρησες
Ανέβηκες στο πεζοδρόμιο κι έπαιξες τον άνθρωπο!
(Παραμυθένια Πολιτεία, Α' 142)

Ο άνθρωπος με την αγωνιστικότητά του γίνεται ισότιμος με τον Θεό. Στις "33 ημέρες", - ποίημα που αποτελεί ύμνο στους αριστερούς φοιτητές -, παραλληλίζει τους αγώνες του λαού με το μαρτύριο του Χριστού. Στα Θολά Ποτάμια αποτυπώνει τις φρικαλεότητες του πολέμου.

Έβρεχε η θλίψη σα νερό μέσα στις πολιτείες!
Έβρεχε απελπισία και ψήλωνε η λάσπη πάνω στης γης!
Και τα ποτάμια πλάταιναν! Και τα ποτάμια μάλωναν
(Τα Θολά Ποτάμια, Α , 192)

Μέσα απ' αυτά τα ποιήματά του ο Βρεττάκος καταξιώνει τον άνθρωπο και το συλλογικό του αγώνα.
Στην ίδια περίοδο απογοητεύεται ιδεολογικά τα ιδανικά του συντρίβονται. Στο αδιέξοδο αυτό βρίσκεις λύσεις πάλι με την καταφυγή στο παρελθόν, στα παιδικά χρόνια και την πατρική γη. Ο Ταϋγετος και η Πλομίτσα, ιδιαίτερη πατρίδα του ποιητή, όπου πέρασε τα παιδικά του χρόνια είναι ο παράδεισός του. Η φύση της πατρικής γης τον γεμίζει αισιοδοξία. Ο Ταϋγετος μετατρέπεται συμβολικά σε οδηγητή του ποιητή.

Έτσι μου στάθηκε ο Ταϋγετος:
όπως ο κόρφος της μητέρας μου
Να σχηματίσει μέσα στη ζωή μου δώδεκα κορφές
Για ν' ανεβώ με μοναδικό μου όνειρο τον ήλιο!
Όσο να γεννηθούνε
Τα δύο παιδιά του Θεού μέσα μου: Η ποίηση και η αγάπη!
(Ο Ταϋγετος και η Σιωπή, Α', 181)

Ο Ταϋγετος, λοιπόν, χώρος αγνότητας και καθαρότητας αποτελεί και χώρο αποκάλυψης της τέχνης και της ομορφιάς. Όχι όμως μόνο ο Ταϋγετος αλλά και η φύση και το σύμπαν αποτελεί πηγή αγνότητητας και ομορφιάς. Στις συλλογές "Το βιβλίο της Μαργαρίτας" (1948) και "Ο Ταϋγετος και η Σιωπή" (1949) ο ποιήτης διατυπώνει την πίστη του στις ιδέες της αγάπης, της αγνότητας, του φώτος.
Η Μαργαρίτα πρόσωπο φανταστικό είναι σύμβολο ομορφιάς, αθωότητας, ερωτισμού. Σχετίζεται με τη φύση το φώς και τον ήλιο. Το σύμβολο της Μαργαρίτας πρωτοσυναντούμε στη συλλογή Μαργαρίτα - Εικόνες από το ηλιοβασίλεμα (1939). Μετά από επεξεργασία δέκα χρονών τη συναντάμε στο βιβλίο της Μαργαρίτας, όπου το γυναικείο αυτό σύμβολο γίνεται φως και μέσω αυτού εκπέμπει την ομορφιά και την αγάπη της σ' όλο τον κόσμο.

[ Η Μαργαρίτα] έγινε αγάπη! Κ' έγινε βροχή! Κ' εγινέ αστέρι και ήλιος
( Το βιβλίο της Μαργαρίτας, Α' , 154)

.....η Μαργαρίτα
έγινε άγάπη και γυρνά στο σύμπαν. Βρέχει, φέγγει,
κι αδειάζει χαμηλώνοντας στ άνθη, με την ποδιά της,
γύρη απ' την Ακατοίκητη Χώρα.
( Το βιβλίο της Μαργαρίτας, Α' ,161-162)

Οι έννοιες φώς,φύση, αγάπη, αγνότητα θα απασχολήσουν τον Βρεττάκο και τις συλλογές της τρίτης ποιητικής του περιόδου.(1961-1974) και μάλιστα αναδεικνύονται περισσότερο καθώς αντιπαρατίθενται στις αντίθετές τους φως-σκοτάδι , αγάπη-μίσος καταστροφικό. Στις αξίες αυτές ερχονται να προστεθούν και οι εννοιες της γνώσης και της επιστήμης που συνεπικουρούν άλλοτε τις θετικές αξίες: φως-αγάπη, άλλοτε τις αρνητικές:σκοτάδι καταστροφή.
Τα χαρακτηριστικά ποιήματα αυτής της περιόδου είναι :"Η μητέρα μου στην εκκλησία" και "Στον Ρόμπερτ Οπενχάιμερ". Στη συλλογή όμως "Το βάθος του κόσμου" ((1961) αναπτύσει τις βασικές έννοιές της ποίησης του καθώς και τις απόψεις του για την ποίηση.
Στο ποίημα ¨Η μητέρα μου στην εκκλησία¨ η μητέρα του ποιητή, μέρος της φύσης, αντιπροσωπεύει την απλότητα,την αγνότητα, το συναίσθημα που ταυτίζεται με την έννοια της γνώσης.

Δεν ξέρει η μητέρα μου τι είναι ο ήλιος
Τον φαντάζετσαι αγάπη που ανατέλει στον ουρανό
(Η μητέρα μου στην εκκλησία, Α', 297)

....Δεν ξέρει ειναί αλήθεια
κ εγώ δεν της έγραψα. Πως να γράψει
κανείς στα πουλιά. Ν' γράψει στ' αγριόδεντρα.
(Η μητέρα μου στην εκκλησία, Α' ,301)

Η γνώση του ποιητή γιού είναι ένα μυστήριο για τη μητέρα. Ο γιός όμως δεν αρκείται στη γνώση που τον κάνει να αισθανθεί την τραγικότητα του κόσμου, αλλά καταφεύγει στην αγάπη που ενσαρκώνεται στο χωροχρονικό παρελθόν.
Ο Ρόμπερτ Οπενχάιμερ εκπροσωπώντας την ψυχρή γνώση, την ανάλγητη επιστήμη που αδιαφορεί για τον άνθρωπο είναι ο αντίποδας του μητρικού συμβόλου. Στο πρόσωπο του Οπενχάιμερ ο Βρεττάκος καταδικάζει την επιστήμη που οδηγέι στην καταστροφή.του ανθρώπου.

Πώς σας διέφυγε, φίλε Οπενχάιμερ- ένα σύνολο από
μικρά και μεγάλα
θαύματα - ο άνθρωπος
(Στον Ρόμπερτ Οπενχάιμερ, , 229)

Η γνώση του ποιητή ενσωματωμένη στην αγάπη εντελώς διάφορη από την αντιανθρώπινα επιστημονικήσυμβάλει στη εξάπλωση του φωτός.

Το φώς περιμένει το χέρι μας. Το σκότος το λάθος μας.
[...........]
Δεν γνωρίσατε τη φωνή της αγάπης,
Κ' έτσι γίνατε θάνατος! Κ έτσι γίνατε τρόμος!
(Στον Ρόμπερτ Οπενχάιμερ,231)

Στην ομορφία και στο φως, στον άνθρωπο και στο σύμπαν καθώς και στη ποίηση αναφέρονται και τα 271 ποιήματα που κατανέμοντι σε 11 ενότητεςαποτελούν Το Βάθος του Κόσμου (1961). Και στη συλλογή αυτή ο ήλιος και η αγάπη κυριαρχούν. Η αγάπη γίνεται δυνατή που συμβάλει στη επίλυση των προβλημάτων του ανθρώπου.Ο ποιητής θεωρώντας πως η αγάπη υπερέχει απέναντι στη γνώση θα πει "Μόνον η αγάπη είναι σοφή" (Το Βάθος του Κόσμου,Β' 258).

Η ειρήνη είναι απότοκος της αγάπης που ταυτίζεται με τον ήλιο.
Ειρήνη είναι όταν τ'ανθρώπου η ψυχή
γίνεται έξω στο σύμπαν ήλιος' κι ο ήλιος
ψυχή μες στον άνθρωπο
(Το Βάθος του Κόσμου,Β' 263)

Ο ποιητής οργανώνει το ανθρώπινο σύμπαν σφαιρικά όπως το ηλιακό σύστημα. Όλα τα όντα έχουν ένα απέραντο βάθος." Ο κόσμος έχει το βάθος του ανθρώπου και ο άνθρωπος το βάθος του κόσμου" (Το Βάθος του Κόσμου,Β' 220). Στην ίδια ποιητική περίοδο ανήκουν και τα ποιήματα που αναφέρονται στο ταραγμένο κλίμα της δικτατορίας και που γράφτηκαν στους τόπους αυτοεξορίας του ποιητή, Ελβετία και Σικελία. Ποίηση γεμάτη πίκρα και απογοήτευση, απουσία ήλιου, μοναξία, νοσταλγία για το παρελθόν.

Κ' η Ελλάδα
τώρα σαν ένα μακρινό φεγγάρι από κιμώλία,
φέγγει, αμυδρά, στης μνήμης το διάστημα.
(Εσωτερική περιπέτεια, Β',311)

Η τέταρτη και τελευταία ποιητική περίοδος (1975-1990) χαρακτηρίζεται από αισιοδοξία..Τόσο στην πρώτη ποιητική συλλογή "Το ποτάμι Μπυές" όσο και στο συνθετικό ποιητικό έργο "Προμηθέας" ή "Το παιχνίδι μιας μέρας" προβάλει ο Βρεττάκος το διαρκή αγώνα του ανθρώπου για μια πορεία προς τον ήλιο, για μια ανθρωπινότερη ζωή. Η θέση του ποιητή είναι για μια ανθρωπινότερη ζωή. Η θέση του ποιητή είναι η διαρκής εγρήγορση, η διαρκής επανάσταση.

....Κ ενώ ρέουμε ,
ρέουμε, ρέουμε προς τη θάλασσα, κάθε
δευτερόλεπτο, Μπυές, ξεκινάμε από την αρχή,
τραβώντας για τα χωρικά ύδατα
του ήλιου..............
(Το ποτάμι Μπυές και το εφτά ελεγεία, Β' 420).

Στα ποιήματα της περιόδου αυτής το κοινωνικό στοιχείο είναι εμφανέστατο. Στον Προμηθέα ο ομώνυμος ήρωας προσπαθεί να καταλύσει το κράτος της βίας και του μίσους με το επαναστατικό πνεύμα για να εγκαταστήσει το κράτοςτης γνώσης και της αγάπης για το καλό του ανθρώπου. Οι ίδιες ιδέες αγωνιστηκότητας και εγκαρτέρησης, αλλά και κοινωνικής δικαιοσύνης κυριαρχούν και στη "Λειτουργία κάτω απ' την Ακρόπολη".

Απολιόρκητη όταν πολιορκείσαι και όταν συλλαμβαίνεσαι ασύλληπτη· κι όταν κουστωδίες σε πάνε και σε φέρνουνε στα πραιτώρια·
κι όταν δένεσαι πάνω σε πασσάλους και μαστιγώνεσαι· κι όταν δένεσαι πίσω από άλογα κι άρματα και σέρνεσαι βάφοντας κόκκινη
την οδό προς τον Άδη... Κι όταν ενταφιάζεσαι, δεν μένεις εκεί, παρά μόνο για μια ή για δύο, το πολύ για τέσσερις νύχτες· οπότε "όρθρου βαθεός" γιομίζεις το φως με πίδακες της Ανάστασης!


( Λειτουργία κάτω από την Ακρόπλολη, 4η έκδ. Αθ. 1988, σ.11)

Στη σύνθεση αυτή ανευρίσκουμε τις έννοιες της αγάπης και του ήλιου.


Πληρώθηκάν σοφίας ακοή και σοφίας το βλέμμα μου.
Έτσι που όταν έλεγα "Ήλιος " ή "φως" ή "Θεός¨" να ξέρω τι λέω.
( Λειτουργία κάτω από την Ακρόπλολη, 4η έκδ. Αθ. 1988, σ.44)


Στις τελευταίες του συλλογές Χορωδία (1988), Φιλοσοφία των λουλουδιών (1988) και Συνάντηση με τη Θάλασσα (1991) ο ποιήτης επιχειρεί με φιλοσοφικότερη διάθεση και σύνθετο περιεκτικό ποιητικό λόγο να ανασυνθέσει όλες τις αξίες που τον απασχόλησαν στο έργο του και στη ζωή του. Ο κόσμος της αγάπης του φωτός , του ήλιου, ο κόσμος της φύσης προβάλλονται ως ο χώρος της ηθικής και κοινωνικής ολοκλήρωσης του ανθρώπου.

Άπλωνα, θάλασσα, τα χέρια παντού
ζητώντας απ' όλα βοήθεια και αγάπη.
Όλα μου έδωσαν. Κι' εκτός από τον ομιλούντα σου φλοίσβο και τον ρυακίζουντα ουρανό, η ψυχή μου
πήρε απ' όλα θησαύρισε
πράγματα . Κι έγινε ομοίωση,
σώμα μικρό του παντός. Η φωνή του
φωνή μου, φως μου το φως του.
Η ψυχή μου , ο κόσμος που γίνεται
λόγος. Η ψυχή μου , ο λόγος
που γίνεται κόσμος.
(Συνάντηση με τη Θάλασσα ,Αθ. 1991, σ.21)

Ο Ν. Βρεττάκος ο πνευματικός αυτός "μεταλλωρύχος" κατάφερε με μια ποίηση μεστή νοημάτων, αλλά και έντονου συναισθηματισμού ,δημιουργικής φαντασίας επεξεργασμένης τέχνης και μουσικότητας ν'ανασύρει μέσα από τη σκοτεινή στοά το φως και την αγάπη και να τη διαδόση στον κόσμο. "Ο ρόλος μου είναι ρόλος μεταλλωρύχου. Ναι αισθάνομαι να είμαι κάτι σαν είδος μεταλλωρύχου.Κι εποχή μας εχει γίνει κάτι σαν είδος στοάς σκοτεινής, φορτωμένης , επικίνδυνης. Ευχαριστώ τη μοίρα που μούδωσε αυτή τη ψυχή, αυτή τη μικρή σκαπάνη και υπάρχω χάρις σ'αυτή".
Ο Νικηφόρος Βρεττάκος με την ακάλυπτη από το χρόνο ποίηση του θα υπάρχει πάντα ανάμεσα μας.Το έργο του θα αποτελέσει ένα ανεξάντλητο ορυχείο ευαισθησίας και ανθρωπιάς για όλους όσοι προσπάθούν να αντισταθούν στη φθορά της εποχής μας.


Κι όταν εγώ δεν θάχω σώμα
να έρχομαι πλέον εδώ,
θα συνεχίζεις εσύ ακόμη,
ακόμη κι ακόμη ν'ακούγεσαι,
θάλασσα. Όμως μπορεί
να σε ακούνε και μένα
για κάμποσο ακόμη. Μπορεί
να βρίσκουνε και άλλα πράγματα
άγνωστα που τους είχαν
διαφύγει, μέσα στις λέξεις μου
(Συνάντηση με τη θάλασσαΑθ. 1991,σ.34)





ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Ένας μικρότερος κόσμος

Αναζητώ μιαν ακτή να μπορέσω να φράξω
με δέντρα ή καλάμια ένα μέρος
του ορίζοντα. Συμμαζεύοντας το άπειρο, νάχω
την αίσθηση: ή πως δεν υπάρχουνε μηχανές
ή πως υπάρχουνε πολύ λίγες. ή πως δεν υπάρχουν στρατιώτες
ή πως υπάρχουνε πολύ λίγοι. ή πως δεν υπάρχουνε όπλα
ή πως υπάρχουνε πολύ λίγα, στραμμένα κι αυτά προς την έξοδο
των δασών με τους λύκους. ή πως δεν υπάρχουνε έμποροι
η πως υπάρχουνε πολύ λίγοι σε απόκεντρα
σημεία της γης όπου ακόμη δεν έγιναν άμαξωτοί δρόμοι.
Το ελπίζει ο Θεός
πως τουλάχιστο μές στούς λυγμούς των ποιητών
δεν θα πάψει να υπάρχει ποτές ο παράδεισος.

 

Η Ελληνική γλώσσα

Όταν κάποτε φύγω από τούτο το φως
θα ελιχθώ προς τα πάνω όπως ένα
ρυακάκι πού μουρμουρίζει.
Κι αν τυχόν κάπου ανάμεσα
στους γαλάζιους διαδρόμους
συναντήσω αγγέλους, θα τους
μιλήσω ελληνικά, επειδή
δεν ξέρουνε γλώσσες. Μιλάνε
μεταξύ τους μέ μουσική.

 

Ο Αγρός των λέξεων
 

Όπως η μέλισσα γύρω από ένα άγριο
λουλούδι, όμοια κ' εγώ. Τριγυρίζω
διαρκώς γύρω απ' τη λέξη.
Ευχαριστώ τις μακριές σειρές
των προγόνων, που δούλεψαν τη φωνή,
την τεμαχίσαν σε κρίκους, την κάμαν
νοήματα, τη σφυρηλάτησαν όπως
το χρυσάφι οι μεταλλουργοί κ' έγινε
Όμηροι, Αισχύλοι, Ευαγγέλια
κι άλλα κοσμήματα.
Με το νήμα
των λέξεων, αυτόν το χρυσό
του χρυσού, που βγαίνει απ' τα βάθη
της καρδιάς μου, συνδέομαι" συμμετέχω
στον κόσμο.
Σκεφτείτε:
Είπα και έγραψα, «Αγαπώ».

 

Σεμινάριο

Aν με βλέπουν να στέκομαι
όρθιος, ακίνητος, μες
στα λουλούδια μου, όπως
αυτή τη στιγμή,
θα νόμιζαν πως τα διδάσκω. Ενώ
είμαι εγώ που ακούω
κι αυτά που μιλούν.
Έχοντάς με στο μέσο
μου διδάσκουν το φως.

 

Σου στήνω μια καλύβα

Σου στήνω μια καλύβα, στους αιώνες των αιώνων,
ένα κήπο να περπατάς,ένα ρυάκι να καθρεφτίζεσαι,
μια πλούσια πράσινη φραγή να μην σε βρίσκει ο άνεμος
που βασανίζει τους γυμνούς - στους αιώνες των αιώνων!
Σου στήνω τ' οραμά σου πάνω σ' όλους τους λόφους,
να σου φυσάει το φόρεμα η δύση με δυο τριαντάφυλλα,
να γέρνει ο ήλιος αντίκρυ σου και να μη βασιλεύει,
να κατεβαίνουν τα πουλιά να πίνουνε στις φούχτες σου
των παιδικών ματιών μου το νερό - στους αιώνες των αιώνων!

 

Επιστροφή στο βουνό

Δε θα ξανάρθω πια κοντά σου
να μην ακούσεις το ποτάμι
που μες στο στήθος μου κυλά.
Αν δεις τον ήλιο να σου γνέφει
τον έσπερο να σε ρωτά,
βάλε τα σπάρτα τα μαλλιά σου
τις μυγδαλιές στην αγκαλιά σου
κι' έβγα νυφούλα στα βουνά
Εβγα νυφούλα στα βουνά.
κι' αν σε ρωτήσουνε τ' αλάφιά,
αν σε ρωτήσουν τα πουλιά,
πες τους: θα βγώ με το φεγγάρι,
με τρεις αγγέλους συντροφιά!
Διπλό γαρύφαλλο στ' αφτί μου,
η μάνα μου και τ' αλογό μου,
ο Ιησούς Χριστός κ' εφτά παιδιά!

 

Το παιδί με τη φυσαρμόνικα

Θα βγω στον κάμπο να μαζέψω
τα πεσμένα φύλλα του ήλιου,
να πλάσω τις ακτίδες του -τούτο το καλοκαίρι-,
να πλάσω τις ακτίδες του σε φύλλα για να γράψω
τον ουρανό και το τραγούδι σου, Ελληνόπουλο!
Γιατί το χώμα δε με φτάνει! Δε με φτάνει το αίμα μου!
Γιατί τα δάκρια μου δε φτάνουνε να πλάσω τον πηλό μου!
Τι να το κάνω το σπίτι μου; 'Εξω σε τραγουδάνε!
Έξω μιλούν για σένανε! Δε μου φτάνει η φωνή μου!
Θα τρέξω εκεί που σ' άκουσα να λες "Όχι" στο θάνατο.
Θα τρέξω εκεί που πήγαινες σφυρίζοντας αντίθετα
στ' αστροπελέκι,αντίθετα στη διαταγή
και στο γλυκό ψωμί της γης! Αντίθετα
στα γαλανά σου μάτια που ήταν για τον έρωτα!

 

Ελεγείο πάνω στον τάφο ενός μικρού αγωνιστή

Πάνω στο χώμα το δικό σου λέμε τ' ονομά μας.
Πάνω στο χώμα το δικό σου σχεδιάζουμε τους κήπους
και τις πολιτείς μας
Πάνω στο χώμα σου είμαστε. Έχουμε πατρίδα.
Έχω κρατήσει μέσα μου τη ντουφεκιά σου.
Γυρίζει μέσα μου ο φαρμακερός ήχος του πολυβόλου.
Θυμάμαι την καρδιά σου που άνοιξε,
κ' έρχονται στο μυαλό μου
κάτι εκατόφυλλα τριαντάφυλλα
που μοιάζουνε
σαν ομιλία του απείρου προς τον άνθρωπο
-έτσι μας μίλησε η καρδιά σου.
Κ' είδαμε πως ο κόσμος είναι μεγαλύτερος,
κ' έγινε μεγαλύτερος για να χωρά η αγάπη.
Tο πρώτο σου παιγνίδι: Εσύ.
Το πρώτο σου αλογάκι: Εσύ.
Έπαιξες τη φωτιά. Έπαιξες το Χριστό.
Έπαιξες τον Αη-Γιώργη και το Διγενή.
Έπαιξες τους δείκτες του ρολογιού που κατεβαίνουνε
απ' τα μεσάνυχτα.
Έπαιξες τη φωνή της ελπίδας, εκεί που δεν υπήρχε φωνή.
Η πλατεία ήταν έρημη. Η πατρίδα είχε φύγει.
Ήταν καιρός! Δε βάσταξε η καρδιά σου περισσότερο
ν' ακούς κάτω απ' τη στέγη σου τ' ανθρώπινα μπουμπουνιτά της Ευρώπης!
Άναψες κάτω απ' το σακκάκι σου το πρώτο κλεφτοφάναρο...
Kαρδιά των καρδιών! Σκέφτηκες τον ήλιο, και προχώρησες...
Ανέβηκες στο πεζοδρόμιο κ' έπαιξες τον άνθρωπο!

 

Γράμμα

Δεν έχω ένα φύλλο απ' τα παλιά πράσινα δέντρα.
Σου γράφω τη λύπη μου σ' αυτό το χαρτί.
τόσο ελαφριά που να στη φέρει ο άνεμος,
τόσο καλή και τρυφερή που να μη παραξενευτεί ο ήλιος,
ευγενική σαν τη σιωπή που περπατεί στο χορτάρι
τη νύχτα, απλή και καθαρή σαν το νεράκι που τρέχει
και δε μαντεύεις πως το γέννησε η χτεσινή καταιγίδα.
Πολλοί σκοτώθηκαν. Πολλοί ζούμε. 'Ολοι μας είμαστε
λαβωμενοι. Είναι βαρύς από τον πόνο μας ο κόσμος.
Mε τη σιωπή της θάλασσας θα λάβεις τη λύπη μου.
Σου στέλνω αυτό το αιώνιο μου Μη με λησμόνει!
Είναι ένα φως διπλωμένο ανάμεσα σ' ένα μικρό συννεφάκι.
Σου στέλνω αυτό το αρνάκι, μια κ' είσαι κοντά στο θεό,
να τ' οδηγήσεις σ' ένα πράσινο κήπο του.
Σου στέλνω αυτό το βρέφος με το τσακισμένο ποδαράκι.
Ανεβασέ το στο παράθυρο με τον αυγερινό,
κοντά στον κόσμο, κοντά στο όνειρο,
κοντά στην καλοσύνη σου,που είναι ζεστή σα μια ανάσα μητέρας,
κοντά στο νζάκι που ονειρεύεσαι με το χέρι στο μέτωπο
την ευτυχεία του πεινασμένου, του στρατιώτη, του άρρωστου.
Βάλτο κοντά στην πράσινη σημαία. Κοντά στο κόκκινο
άλογο. Στη μητέρα σου πλάι, που τριγυρισμένη
απ' του Γενάρι τους σπουργίτες, γνέθει την ελπίδα.
άλτο κοντά στο στεναγμό της φιλίας. Κοντά-κοντά.
Βάλτο να κάτσει, κι άνοιχτου σαν ένα γέλιο το παράθυρο
να ιδεί τον κόσμο.

 

Ανάμνηση απ' τον Ταϋγετο

Έστηνε η 'Ανοιξη την προτομή μου
σε μικρούς λόφους ειρήνης,
έλαμπε καθισμένο στο ραβδί μου ένα πουλί από φως
κ' έβρεχε ιριδισμούς στα πρόβατα το αιώνιο σέλας της αγάπης.
Μες στη σιωπή, το θαλασσί φλοίβησμα του αιματός μου
ανάδινε τον ήχο του αδραχτιού της μητέρας μου,
που ύφαινε στων σταχτιών το πράσινο και το λευκό μαλλί του αυγερινού.
Μικρός Εωσφόρος του φωτός στου Ευρώτα τις ροδοδάφνες,
έπαιρνα δίπλα τα βουνά βρεγμένος από το φεγγάρι
με δυο άσπρους κρίνους στην καρδιά,
μ' εφτά σημαίες στα χείλη,
κι απάνω από των γερακιών τις ατελεύτητες μοναξιές
επόπτευα το σύμπαν, θησαυρίζοντας τοπία
κι αλλοτινά φώτα στη μνήμη μου.

 

Γράμμα στον άνθρωπο της πατρίδας μου

...Μην με μαρτυρήσεις!
Και προπαντός να μην του πεις πως μ' εγκατέλειψεν η ελπίδα!
Καθώς κοιτάς τον Ταϋγετο, σημείωσε τα φαράγγια
που πέρασα. Και τις κορφές που πάτησα. Και τα άστρα
που είδα. Πες τους από μένα, πες τους από τα δακρυά μου,
ότι επιμένω ακόμη πως ο κόσμος
είναι όμορφος!

 

Δίχως εσέ

Δίχως εσέ δεν θάβρισκαν
νερό τα περιστέρια
δίχως εσέ δε θάναβε
το φως ο Θεός στις βρύσες του
Μηλιά σπέρνει στον άνεμο
τ' άνθη της, στην ποδιά σου
φέρνεις νερό απ' τον ουρανό,
φώτα σταχυών κι απάνω σου
φεγγάρι από σπουργίτες.

 

Γένεση

Αυτό το γαρύφαλλο, που κρατώντας το
ανάμεσα στα τρία μου δάχτυλα
το σηκώνω στο φως, μου μίλησε και
παρά τον κοινό νου μου το κατανόησα.
Μι' αλυσίδα από ατέλειωτους γαλαξίες συνεργάστηκαν,
διασταύρωσαν κάτω στη γη φωταψίες
- το σύμπαν ολόκληρο πήρε μέρος στη γέννηση
αυτού του γαρύφαλλου.
Κι' αυτό που ακούω είναι οι φωνές
των μαστόρων του μέσα του.

 

Μεταρσίωση

Το πνεύμα μου, σαν ουρανός, σαν ωκεανός, σαν
θάλασσα,
λύνεται απόψε στο άπειρο χωρίς να βρίσκει αναπαμό.
Τις ζώνες γύρω του έσπασε και ανατινάζεται θερμό
το πνεύμα μου σαν ουρανός, σαν ωκεανός, σαν θάλασσα.
Σαν γαλαξίας απέραντος το σύμπαν σέρνω στο χορό.
'Hλιο τον ήλιο γκρέμισα, θόλο το θόλο χάλασα,
κι είμαι σαν μιαν απέραντη, πλατιά γαλάζια θάλασσα,
που οι στενοί πάνω μου ουρανοί δε μου σκεπάζουν το
νερό.

 

ΟΙ ΜΟΥΣΙΚΟΙ ΑΡΙΘΜΟΙ

Χωρίς τη μαθηματική τάξη, δεν στέκει
τίποτε: Ούτε ουρανός έναστρος,
ούτε ρόδο. Προπαντός ένα ποίημα.
Κι ευτυχώς ότι μ'έκανε η μοίρα μου
γνώστη των μουσικών αριθμών,
ότι κρέμασε μιαν αχτίνα επί πλέον
το άστρο της ημέρας στην όρασή μου
και κάνοντας τα γόνατά μου τραπέζι
εργάζομαι, ως να 'ταν να φτιάξω
έναν έναστρο ουρανό, ή ένα ρόδο




 

ΕΡΓΑ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ΒΡΕΤΤΑΚΟΥ

- ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΣΚΙΕΣ ΚΑΙ ΦΩΤΑ .- Αθήνα : τυπ. "Τέχνη",
- Ο ΠΟΛΕΜΟΣ .- Αθήνα, 1935
- 33 ΗΜΕΡΕΣ.- Αθήνα : Α. Ματαράγκας, 1945
- ΛΟΓΟΣ ΕΝΟΣ ΛΗΣΤΗ ΣΤΗ ΔΙΑΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΠΟΤΣΔΑΜ .- Αθήνα : Α. Ματαράγκας, 1945
- Η ΠΑΡΑΜΥΘΕΝΙΑ ΠΟΛΙΤΕΙΑ .- Αθήνα : Α. Ματαράγκας, 1947
- ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΣ .-Αθήνα : Ανδρομέδα, 1949.
- ΠΛΟΥΜΙΤΣΑ .-Αθήνα : Τα "Πειραϊκά Χρονικά", 1952.
- ΕΞΟΔΟΣ ΜΕ ΤΟ ΑΛΟΓΟ (ΥΜΝΟΣ ΣΤΗ ΧΑΡΑ) .- Αθήνα, 1952.
- Η ΜΗΤΕΡΑ ΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ .- Αθήνα : Δίφρος, 1957
- ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΔΡΥΣ .- Αθήνα : Δίφρος, 1959.
- ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ. Η αγωνία του και το έργο του .- Αθήνα : Π. Σύψας - Χρ. Σιαμαντάς, 1960.
- ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ .- Αθήνα : Γ. Φέξης, 1961
- ΕΚΛΟΓΗ ΑΠΟ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ .- Αθήνα : Θεμέλιο, 1964.
- ΟΔΟΙΠΟΡΙΑ. Ποιήματα 1958-1967 .- Αθήνα : Διογένης, 1971.
- ΟΔΟΙΠΟΡΙΑ. Ποιήματα 1929-1957 .- Αθήνα : Διογένης, 1972.
- ΟΔΟΙΠΟΡΙΑ. Ποιήματα 1967-1970 .- Αθήνα : Διογένης, 1972.
- ΩΔΗ ΣΤΟΝ ΗΛΙΟ .- Αθήνα : ΔΙΟΓΕΝΗΣ, 1974.
- ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑ .- Αθήνα : ΔΙΟΓΕΝΗΣ, 1974.
- ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ ΚΑΙ ΤΑ ΕΦΤΑ ΕΛΕΓΕΙΑ .- Αθήνα : ΔΙΟΓΕΝΗΣ, 1975.
- ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΟ ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΟ .- Αθήνα, 1976.
- Ο ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ .- Αθήνα : ΔΙΟΓΕΝΗΣ, 1978.
- ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ ΚΑΙ ΝΕΟΥΣ. Εισαγωγή στην ποίηση .- Αθήνα : Πέργαμος Παιδικές Εκδόσεις , 1979.
- ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΜΙΑΣ ΚΡΙΣΙΜΗΣ ΕΠΟΧΗΣ .- Αθήνα : Κάκτος,
- ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΛΗ .- 3η έκδ.. .- Αθήνα : Τρία Φύλλα, 1981.
- ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ 1940-1944 .- Αθήνα : Σύγχρονη Εποχή, 1981.
- ΤΟ ΓΥΜΝΟ ΠΑΙΔΙ .- 2η έκδ. Αθήνα : Τρία φύλλα, 1983.
- ΤΟ ΑΓΡΙΜΙ .- 3η έκδ. Αθήνα : Τρία φύλλα, 1983.
- Ο ΔΙΑΚΕΚΡΙΜΕΝΟΣ ΠΛΑΝΗΤΗΣ .- Αθήνα : Τρία Φύλλα,
- ΔΥΟ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΜΙΛΟΥΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΙΡΗΝΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ.- 2η έκδ. Αθήνα : Τρία φύλλα, 1983.
- ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟ ΙΔΙΟ ΠΟΤΑΜΙ.- 2η έκδ. Αθήνα : Τρία φύλλα, 1984.
- Ο ΕΝΑΣ ΑΠΌ ΤΟΥΣ ΔΥΟ ΚΟΣΜΟΥΣ - Αθήνα :1984.
- ΗΛΙΑΚΟΣ ΛΥΧΝΟΣ .- Αθήνα : Τρία Φύλλα, 1984.
- ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ .- 2η έκδ. .-Αθήνα : Τρία Φύλλα, 1984.
- ΕΚΚΡΕΜΗΣ ΔΩΡΕΑ .-Αθήνα : Τρία Φύλλα, c1986.
- Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΩΝ ΛΟΥΛΟΥΔΙΩΝ .- Αθήνα , 1988.
- ΧΟΡΩΔΙΑ .- Αθήνα : Τρία Φύλλα, 1988.
- ΠΟΙΗΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΗ ΑΛΗΘΕΙΑ (Ο λόγος του ποιητή στην Ακαδημία στις 9 Φεβρουαρίου 1988) .- Αθήνα :Φιλιππότης, 1988.
- ΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ (Γιορτές της Εξόδου 17 Απριλίου 1989) .- Αθήνα :Φιλιππότης, 1989.
- Η ΦΘΟΡΑ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΦΘΟΡΑ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ .- Αθήνα :Φιλιππότης, 1990.
- ΣΙΚΕΛΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ .- Αθήνα : Αστρολάβος/Ευθύνη, 1990.
- ΕΝΩΠΙΟΣ ΕΝΩΠΙΩ. Ημερολογιακές σημειώσεις 1962 .- Αθήνα :1991.
- ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ .-Αθήνα : Τρία Φύλλα, 1991.
- ΟΔΥΝΗ .- Αθήνα : Πόλις, 1995.
- ΤΟ ΒΑΘΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

 


 

ΠΗΓΕΣ:
ΑΝΤΑ ΚΑΤΣΙΚΗ - ΓΚΙΒΑΛΟΥ-Νικηφόρος Βρεττάκος Ο «μεταλλωρύχος» Ποιη
τής